...

...

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Η Ελλάδα και η περίπτωση των «τεσσάρων»

Tου Νίκου Κ. Αλιβιζάτου*


Προ ημερών, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών και το υπουργείο Δικαιοσύνης τίμησαν σε δημόσια εκδήλωση τον Χρίστο Ροζάκη, αντιπρόεδρο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο, η θητεία του οποίου λήγει σε λίγους μήνες, λόγω ορίου ηλικίας. Στην εκδήλωση μίλησαν, εκτός των άλλων, ο Βασίλης Σκουρής, πρόεδρος εδώ και 7 χρόνια του άλλου Ανώτατου Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου -του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο- και ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής από το 2003, η θητεία του οποίου μόλις ανανεώθηκε για τρίτη φορά.
 Η εικόνα, νομίζω, μιλάει από μόνη της: η χώρα με ένα από τα πιο προβληματικά νομικά συστήματα στην Ευρώπη και με την πιο αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση, βρέθηκε να έχει την ίδια περίοδο τρεις πολίτες της στην ηγεσία των αντίστοιχων κορυφαίων θεσμών της Ευρώπης. Αν μάλιστα προσθέσει κανείς και τον οικονομολόγο Λουκά Παπαδήμο, που η θητεία του δίπλα στον Zαν-Κλοντ Τρισέ έληξε προ ολίγου (2002-2010), θα αντιληφθεί ότι δεν επρόκειτο για σύμπτωση: στη δεκαετία που τελειώνει, ικανοί Έλληνες βρέθηκαν στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού decisiomaking, σε αναλογία που δεν θα μπορούσε να ονειρευτεί καμιά άλλη «μεσαία», αν όχι και μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα. 
Πώς εξηγείται το μοναδικό αυτό επίτευγμα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προσφέρεται για ενδιαφέρουσες σκέψεις σχετικά με τις δυνατότητες της σύγχρονης Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να συμβάλει σε έναν πληρέστερο απολογισμό της λήγουσας δεκαετίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. 
Τα πρώτα δέκα χρόνια του 21ου αιώνα θα καταγραφούν δίχως άλλο στην ιστορία ως η δεκαετία της παγκοσμιοποίησης. Η δυναμική που είχε εκλύσει η αναίμακτη πτώση του κομμουνισμού, το 1989-1990, και η συνεχιζόμενη ηγεμονία της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, είχαν δημιουργήσει μια μοναδική ευφορία. Από το «τέλος της ιστορίας», που αφελώς προέβλεψαν ορισμένοι, ως την κατάργηση των κάθε είδους φραγμών στις διεθνείς συναλλαγές, η ανθρωπότητα ζούσε με την ψευδαίσθηση ότι η ανάπτυξη θα είναι εφεξής διαρκής και ότι οι νόμοι της αγοράς μπορούν από μόνοι τους να αποτρέψουν τις υπερβολές κάποιων αδίστακτων κερδοσκόπων. 
Η 11η Σεπτεμβρίου 2001 ήταν βέβαια το πρώτο μείζον σοκ: το εφιαλτικό γεγονός και προπάντων το θέαμα της κατάρρευσης των δίδυμων πύργων, με τις δεκάδες παγιδευμένων να πηδούν στο κενό για να γλιτώσουν, έδειξε πόσο τρωτός είναι ο νέος πολιτισμός μπροστά στο μίσος και τη βία των φανατισμένων. Προκάλεσε, ταυτόχρονα, ένα μοναδικό κύμα συμπάθειας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι τελευταίες, ωστόσο, δεν μπόρεσαν να το εκμεταλλευθούν: έχοντας επικεφαλής έναν πολιτικό που οι ιδεολογικές παρωπίδες του ήταν αντιστρόφως ανάλογες προς τις διανοητικές ικανότητές του, έχασαν στο Ιράκ ό,τι είχαν κερδίσει στη Νέα Υόρκη. Στο Γκουντάναμο, εξάλλου, έδειξαν ότι, για την κυβέρνηση των ΗΠΑ, Συντάγματα και νόμοι είναι καλά όσο η χώρα δεν απειλείται· σε περιόδους κρίσης είναι κατάλληλα μόνο για πανεπιστημιακά σεμινάρια. Τότε είναι που ο Ronald Dworkin, o σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός συνταγματολόγος, χαρακτήριζε την αμερικανική πολιτική «άθλια» (βλ. το βιβλίο του «Η αμερικανική δημοκρατία σε κίνδυνο», επιμ.: Γρ. Μολύβας, εκδ. Πόλις, 2010). Η διεθνής τραπεζική κρίση που ξέσπασε το 2007 ήταν το άλλο μείζον γεγονός της δεκαετίας. Εχοντας και πάλι ως επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κρίση αυτή έδειξε σε πόσο καταστροφικά αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσει η εκτός κανόνων λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, κάτι που είχαν επιβάλει οι νεοφιλελεύθεροι στη δεκαετία του 1990-2000. Αν και δεν συνδέεται ευθέως με την επακολουθήσασα δημοσιονομική κρίση της Ευρώπης, η κρίση των subprimes διέβη γρήγορα τον Ατλαντικό, προκαλώντας το χωρίς προηγούμενο έλλειμμα εμπιστοσύνης και αυτοπεποίθησης, που παρ' ολίγον φέτος να τινάξει ΟΝΕ και ευρώ στον αέρα. Αντιθέτως, η εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα, το 2008, δεν είχε το ανάλογό της σε μια Γηραιά Ήπειρο που εξακολουθεί να χειμάζεται από έλλειψη σοβαρής ηγεσίας. 
Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία της εποχής μας, ο απολογισμός της δεκαετίας για την Ευρώπη και την Ελλάδα δεν μπορεί παρά να έχει ως φόντο τις ανωτέρω «αμερικανικές» χρονολογίες, δηλαδή το 2001 και το 2007. Στο δίλημμα των αρχών της δεκαετίας «διεύρυνση ή εμβάθυνση της Ένωσης», οι Ευρωπαίοι, παρασυρμένοι από την επιτυχία του ευρώ, απάντησαν «διεύρυνση» πρώτα και μετά «εμβάθυνση». Γρήγορα αποδείχθηκε ότι η απόφαση αυτή ήταν μοιραία για τη συνοχή μιας τόσο ετερογενούς οικονομικής κοινότητας, που ήθελε να μετεξελιχθεί σε πολιτική ένωση. Μολονότι το γαλλικό και το ολλανδικό «όχι» στο ευρωπαϊκό Σύνταγμα (2005) δεν ματαίωσαν τελικά το ενωσιακό εγχείρημα, η ελληνική δημοσιονομική κρίση, το 2009, και η ιρλανδική τραπεζική, το 2010, έδειξαν ότι νομισματική ένωση χωρίς κοινή οικονομική πολιτική και, προπάντων, χωρίς σοβαρούς ελέγχους δεν μπορεί να υπάρξει. 
Για την Ελλάδα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 χωρίζουν τη δεκαετία στα δύο: η μεγάλη πτώση του χρηματιστηρίου, το 2000, δεν ανέκοψε τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και, ως την Ολυμπιάδα, τα επιτεύγματα της χώρας ήταν εντυπωσιακά, τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς. Τον Αύγουστο του 2004, η σκιά των αναβολικών και κάποια ακόμη παρατράγουδα δεν αλλοίωσαν τη θετική εικόνα. Σπανίως στη νεότερη ιστορία της η Ελλάδα επαινέθηκε τόσο, όσο τη μαγική εκείνη βραδιά της τελετής έναρξης. Τι συνέβη έκτοτε και η χώρα πήρε την κάτω βόλτα; Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό δύο, κυρίως, παραγόντων: από τη μια, στην «παθητική» διακυβέρνηση της χώρας από μια παράταξη δίχως πνοή, παγιδευμένη σε παρωχημένα ιδεολογήματα και ανίκανη να αντιληφθεί ότι μόνο με «τσαχπινιές» δεν κυβερνώνται σήμερα οι χώρες. Και, από την άλλη, στην ανάληψη των μοχλών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από μια γενιά μετριοτήτων, με τεχνοκρατική και όχι ανθρωπιστική παιδεία, χωρίς πίστη και όραμα, η πνευματική συγκρότηση των οποίων αποδείχθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. (Αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα πάρτι του Μπερλουσκόνι στη βίλα της Σαρδηνίας και τις πιρουέτες του Σαρκοζί, για να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος.) Έτσι, την ανικανότητα των μεν (ίσως και τις συνειδητές ζαβολιές τους) την ανέχθηκαν οι δε, χωρίς κανένας τους να υποψιάζεται το μέγεθος της επερχόμενης κρίσης. Αποτέλεσμα; Καραμανλής και Μπαρόζο συμβίωσαν αμέριμνα σε έναν κόσμο που άλλαζε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται. 
Αν και διαφέρουν ως προσωπικότητες, οι τέσσερις σημαντικοί Έλληνες που αναφέρθηκαν στην αρχή του παρόντος απολογισμού έχουν μερικά κοινά χαρακτηριστικά: είναι εν πρώτοις επιστήμονες, με σημαντικές ακαδημαϊκές σταδιοδρομίες, οι οποίοι επελέγησαν για τις γνώσεις και τις ικανότητές τους. Κανένας τους δεν είχε προηγουμένως πολιτευθεί (κάτι που σημειωτέον δεν ίσχυε για όσους έχουν επιλεγεί για την εξίσου σημαντική θέση του κοινοτικού Επιτρόπου, μετά τον Γρ. Βάρφη). Κατέλαβαν εξάλλου και οι τέσσερις τις θέσεις τους επί κυβερνήσεων Σημίτη, δηλαδή σε μια περίοδο όπου η Ελλάδα έχαιρε σεβασμού. 
Αντί άλλου απολογισμού, νομίζω ότι η υπενθύμιση της περίπτωσης των «τεσσάρων» δίνει με θετικό και αρνητικό πρόσημο το στίγμα της σχολιαζόμενης δεκαετίας για τη χώρα μας: ένας ζωντανός λαός με ρεαλισμό και ένστικτο επιβίωσης, ικανός για το καλύτερο μα και το χειρότερο. Το πού κάθε φορά θα σταθεί το εκκρεμές εξαρτάται από το ταλέντο του να επιλέγει την κατάλληλη ηγεσία. Μετά τη χαμένη πενταετία της αδράνειας (2004-2009), θέλω να πιστεύω ότι ξαναβρίσκει σιγά σιγά αυτή την ικανότητα. 

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Δημοσιεύτηκε στην  Καθημερινή 02/01/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου