...

...

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Ο φανατικός εθνικισμός στην ανατολική Ευρώπη

Του MICHAEL MINKENBERG*

Στην ανατολική Ευρώπη, οι σχηματισμοί της ριζοσπαστικής δεξιάς μάχονται τόσο κατά της νέας φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων όσο και κατά του κρατικού σοσιαλισμού που είχε προηγηθεί. Η ύπαρξή τους αυτή καθεαυτή δεν προκαλεί την παραμικρή έκπληξη, μάλιστα ορισμένοι ειδικοί τη θεωρούν «φυσική παθολογία», η οποία παρουσιάζεται σε όλες τις κοινωνίες που εκσυγχρονίζονται με γρήγορους ρυθμούς.
Το ενδιαφέρον του φαινομένου έγκειται μάλλον στις ιδιαίτερες τοπικές εκφάνσεις του. Πράγματι, η άκρα δεξιά στην ανατολική Ευρώπη είναι από πάρα πολλές απόψεις διαφορετική από το αντίστοιχο ρεύμα στη δυτική Ευρώπη. Από την κατάρρευση των ανατολικών καθεστώτων, καταγράφει εκλογικές επιδόσεις που, συχνά, είναι εντυπωσιακές, αλλά και παρουσιάζουν ακραίες διακυμάνσεις ανάλογα με την περιοχή και την πολιτική συγκυρία.
Άλλη ιδιαιτερότητα η οποία συνδέεται με την προ-δημοκρατική ή αντι-δημοκρατική ιδεολογία αυτών των πολιτικών ρευμάτων: σε αντίθεση με τα αντίστοιχα ρεύματα της δυτικής Ευρώπης, εκδηλώνουν ανοιχτά τη νοσταλγία τους για τα πάλαι ποτέ δεσποτικά καθεστώτα, μαζί με την εθνική και εδαφική σύλληψη της εθνικής «ταυτότητας» που τα χαρακτήριζε. Ο φανατικός εθνικισμός εκδηλώνεται, ωστόσο, με κάποιες παραλλαγές. Από τη μια πλευρά, η φασιστική και αυταρχική δεξιά που εμπνέεται από τις δικτατορίες του Μεσοπολέμου και παρουσιάζει ιδιαίτερη ζωτικότητα στη Ρωσία, τη Ρουμανία και, πιο πρόσφατα, στη Βουλγαρία, διατηρώντας δεσμούς και με τους «εθνικο-κομμουνιστές» που προέκυψαν από την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Από την άλλη, μια πιο εθνοκεντρική και ρατσιστική δεξιά, που υποστηρίζει, με τη σειρά της, την αλλαγή των συνόρων και έχει ριζώσει κυρίως στην Ουγγαρία και τη Δημοκρατία της Τσεχίας.

ΤΑ ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ 
Μάλιστα, η επιθυμία επαναχάραξης των συνόρων δεν συναντάται μόνο στη Ρωσία, όπου οι εθνικιστές ονειρεύονται ήδη από τον 19ο αιώνα την επέκταση της χώρας μέχρι κάποια λιμάνια του Ινδικού. Οι τσέχοι «ρεπουμπλικάνοι», για παράδειγμα, απαιτούν την επέκταση της χώρας τους στα όρια της πρώην Τσεχοσλοβακίας και την «ομογενοποίηση» του πληθυσμού της. Στη Ρουμανία, το Κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας (PRM) επικαλείται τα σύνορα του Μεσοπολέμου για να απαιτήσει την προσάρτηση της Μολδαβίας. Στην Ουγγαρία, όμως, οι επεκτατικές τάσεις είναι ισχυρότερες από οπουδήποτε αλλού. Το Κόμμα για τη Δικαιοσύνη και τη Ζωή (ΜΙΕΡ) και το Κίνημα για μια Καλύτερη Ουγγαρία (Jobbik) διεκδικούν και τα δύο την αναθεώρηση της Συνθήκης του Τριανόν και την επέκταση των συνόρων στα σύνορα της μοναρχίας των Αψβούργων. 
Στην Πολωνία, το φαινόμενο είναι μπολιασμένο με θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Ρομάν Ντμόφσκι, ο θεωρητικός της «εθνικο-δημοκρατίας», εξηγούσε ότι μόνον οι καθολικοί είναι καλοί Πολωνοί. Τη δεκαετία του 1990, και στο ίδιο πνεύμα, η Εθνική Χριστιανική Ένωση (ZChN/ΕΧΕ) διακηρύσσει ότι το καθολικό δόγμα πρέπει να χρησιμεύσει ως στυλοβάτης της χώρας, με καθήκον να υπερασπίζεται τα συμφέροντα όλων των διάσπαρτων πολωνικής «εθνικότητας» κατοίκων της ανατολικής Ευρώπης. Από τότε, τη σκυτάλη έχει πάρει η Ένωση Πολωνικών Οικογενειών (LPR). Έχοντας ενεργοποιήσει προς όφελός της τα δίκτυα των εξαφανισμένων πια προγόνων της (της ΕΧΕ, του Κινήματος για την Ανασυγκρότηση της Πολωνίας [ROP/ΚΑΠ], της Πλατφόρμας των Πολιτών [SO/ΠΠ]), η Ένωση Πολωνικών Οικογενειών κέρδισε την υποστήριξη του Radio Maryja, ενός υπερσυντηρητικού καθολικού ραδιοφωνικού σταθμού με εκατομμύρια ακροατές και τακτικά, νοσταλγικά, ξενόφοβα και αντισημιτικά, κηρύγματα. 
Η ασυμμετρία μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ευρώπης εκδηλώνεται, επίσης, στο πεδίο της οργάνωσης. Οι σχηματισμοί αυτοί, που συχνά υποστηρίζουν ανοιχτά τη βία, μοιράζονται λίγο-πολύ, από τη μία ως την άλλη άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου, την ίδια περιφρόνηση για τις εκλογικές διαδικασίες και την πολιτική εντός των θεσμών, τις ίδιες ρατσιστικές τάσεις και την ίδια λατρεία για τον ισχυρό ηγέτη. Έτσι, στην Πολωνία, εκατοντάδες ακτιβιστές συγκεντρώνονται τακτικά σε διάφορες πόλεις και γεμίζουν τους τοίχους τους με φασιστικά και αντισημιτικά συνθήματα. Οι «Πολωνοί Νέοι», που μέχρι το 2006 ανήκαν στην Ένωση Πολωνικών Οικογενειών, φημίζονται για τη βιαιότητα τους. Στη Δημοκρατία της Τσεχίας ευδοκιμεί ένας ριζοσπαστικός «χώρος» που πραγματοποιεί επιθέσεις κατά προτίμηση στους Τσιγγάνους και, για τον λόγο αυτόν, έχει την υποστήριξη μερίδας του πληθυσμού. Στην Ουγγαρία, κατά τη δεκαετία του 1990, οι σκίνχεντ υπολογίζονταν σε 4.000. Στη Ρωσία, υπολογίζεται ότι ο αντίστοιχος χώρος αριθμεί 50.000 πιστούς, στους οποίους έρχονται να προστεθούν και άλλες βίαιες ομάδες, όπως οι υπερ-ορθόδοξοι οπαδοί του Αλεξάντρ Ντούγκιν ή οι ξενόφοβοι υποστηρικτές του Κινήματος κατά της Παράνομης Μετανάστευσης (MCII/ΚΠΜ). 

ΑΣΤΑΘΗ ΣΧΗΜΑΤΑ 
Ωστόσο, στις χώρες αυτές, η ακροδεξιά είναι λιγότερο οργανωμένη πολιτικά σε σύγκριση με τις γειτονικές χώρες της δυτικής Ευρώπης -αλλά το ίδιο ισχύει και για την πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων. Οι πολύ μεγάλες διακυμάνσεις στις εκλογικές επιδόσεις τους και η τάση τους να μετασχηματίζονται από τη μία εκλογική αναμέτρηση ως την επόμενη προσδίδουν στα ακροδεξιά πολιτικά μορφώματα της ανατολικής Ευρώπης μια ρευστότητα που τα αποσυντονίζει και καθιστά δυσδιάκριτες τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα κόμματα και τα κινήματα της άκρας δεξιάς, καθώς και ανάμεσα στην άκρα και τη συντηρητική δεξιά. 
Αυτό το χαρακτηριστικό γνώρισμα των νέων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξηγείται τόσο από την αλλαγή καθεστώτος που γνώρισαν όσο και από την ιδιαίτερη ιστορία της περιοχής. Τα διάφορα στρώματα της κληρονομιάς επικάθονται στον δημοκρατικό χώρο και πρέπει να τα εξετάσει κανείς διαδοχικά, εάν θέλει να προσεγγίσει το φαινόμενο. 
Η πρώτη στρώση σχηματίζεται από τις άμεσες συνέπειες της διαδικασίας διαμελισμού της ΕΣΣΔ που ξεκίνησε το 1989, με τους αυτοσχεδιασμούς που σημάδεψαν τη μετάβαση προς τη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς, καθώς και από τις επιπτώσεις των τεράστιων προσπαθειών προσαρμογής που καταβλήθηκαν με στόχο την ένταξη των πρώην κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κραδασμοί αυτοί υπέβαλαν σε σκληρή δοκιμασία τον κοινωνικό ιστό, προκαλώντας ένα πρωτόγνωρο μέχρι τότε χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών και μια βίαιη απόκλιση ανάμεσα στις κοινωνικές ανάγκες και τα διαθέσιμα κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένου και του κεφαλαίου εμπιστοσύνης. Οι ακροδεξιοί κατάφεραν να εκμεταλλευθούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια που προκάλεσε η μετάλλαξη. 
Έρχεται, στη συνέχεια, η βαριά κληρονομιά των παλαιών κομμουνιστικών καθεστώτων: δυσκίνητη γραφειοκρατία, πολιτική κουλτούρα ελάχιστα ανεκτική, ελίτ που δεν γνώριζαν το νέο σύστημα, πολιτικά κόμματα με αδύναμες ρίζες στην κοινωνία, οικονομία καθηλωμένη από μισόν αιώνα αυταρχικής κεντρικής διεύθυνσης. Ο απολογισμός προκαλεί κοινωνική δυσαρέσκεια, που, σε ένα όχι αρκετά ανεπτυγμένο πολιτικό σύστημα, ευνοεί τα ακροδεξιά κόμματα. Οι μετανάστες, που αποτελούν τους εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους στη δυτική Ευρώπη, δεν υπάρχουν στην ανατολική. Ετσι, στη θέση τους μπαίνουν οι τοπικές μειονότητες ή οι γειτονικές χώρες -γεγονός που θα επηρεάσει για πολύν καιρό τις διακρατικές σχέσεις στην περιοχή. 
Η τρίτη στρώση είναι ακόμη πιο παχιά. Αφορά την έλλειψη δημοκρατικής εμπειρίας, από την οποία υποφέρουν όλες οι χώρες της περιοχής από την εποχή της ανεξαρτησίας τους (με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Τσεχοσλοβακίας). Από το γεγονός αυτό πηγάζει και η δυσκολία των ελίτ στις χώρες αυτές, σε αντίθεση με τις ελίτ της Γερμανίας και της Αυστρίας μετά το 1945, να φορέσουν τα νέα κοστούμια του πολιτικού εκσυγχρονισμού -έργο ακόμη δυσκολότερο, αφού δεν μπορούν να εμπνευστούν από καμία παλαιότερη δημοκρατική παράδοση, ειδικά κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. 
Όμως, η ενίσχυση της άκρας δεξιάς στην ανατολική Ευρώπη έχει και βαθύτερες ρίζες: την ιστορία των εθνών που αποτελούν το συγκεκριμένο τμήμα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Η συγκρότησή τους, που ξεκίνησε κατά τον 19ο αιώνα και διακόπηκε πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 20ού, ακόμη και σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Σε αντίθεση με τη δυτική Ευρώπη, σχεδόν όλες οι χώρες που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους με την πτώση του τείχους μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσαν μέρος πολυεθνικών αυτοκρατοριών -της ρωσικής, της αυστροουγγρικής, της οθωμανικής. Έτσι, λόγω της απουσίας ενός κράτους που θα μπορούσε να τη διοχετεύσει διαφορετικά, η εθνική συνείδηση που είχε σφυρηλατηθεί στις χώρες αυτές κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα χαρακτηριζόταν από τη σύλληψη του «καθαρού» έθνους. 

ΜΗΤΕΡΑ ΠΑΤΡΙΔΑ 
Γι' αυτό και η συνέχεια του κράτους και των συνόρων του στην περιοχή παραμένει ακόμη και σήμερα επισφαλής. Από το 1918, η τριγωνική δομή των χωρών αυτών δεν έχει εξελιχθεί σχεδόν καθόλου: ένα έθνος-κράτος, με «ξένες» μειονότητες στο εσωτερικό της επικράτειάς του και διασκορπισμένους εκτός συνόρων διάφορους θύλακες αυτοχθόνων πληθυσμών με μικρή ή μεγαλύτερη επιθυμία να ενωθούν με τη «μητέρα πατρίδα». Κατά την περίοδο του σοβιετικού σοσιαλισμού, η βιτρίνα του διεθνισμού κατόρθωνε να συγκαλύπτει τις εντάσεις, οι οποίες, μετά το 1989, έρχονται ξανά στο προσκήνιο, με τους υπερεθνικιστές να τις υποδαυλίζουν και να τις εκμεταλλεύονται. 
Έτσι, το αντικομουνιστικό ρεύμα που γεννήθηκε στις χώρες της ανατολικής Ευρώπης με τον ξεσηκωμό του 1989 οδήγησε στην αποκατάσταση της έννοιας του έθνους-κράτους. Αυτός είναι ο λόγος που η εθνικιστική και εθνοκεντρική ρητορική όχι απλώς δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο αλλά αποτελεί κεντρικό άξονα της δημόσιας ζωής, ιδιαίτερα μέσα σε ένα μετακομμουνιστικό πλαίσιο που αποδίδει μικρή μόνο σημασία στην κοινωνία των πολιτών. Όταν στα χαρακτηριστικά αυτά προστίθεται η απόρριψη των ελίτ και η απογοήτευση από την πολιτική τάξη, δεν προκαλεί καμία έκπληξη η στροφή της κοινωνίας σε ολοένα και δεξιότερες κατευθύνσεις.

Ακροδεξιά στην κάλπη
Η άκρα δεξιά, σχεδόν απούσα από τις χώρες της Βαλτικής, παρέμεινε για πολύν καιρό περιθωριακή και στη Βουλγαρία -η εμφάνισή της χρονολογείται μόλις από το 2005, με την είσοδο στη Βουλή του κόμματος Ataka. 
Στη Δημοκρατία της Τσεχίας, αντίθετα, οι «Ρεπουμπλικάνοι», μετά από ένα δυνατό ξεκίνημα, σχεδόν εξαφανίστηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Στην Ουγγαρία, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ζωής (ΜΙΕΡ) εξέλεξε ορισμένους βουλευτές το 1998, πριν πέσει ξανά στην αφάνεια: έδωσε τη θέση του στο Κίνημα για μια Καλύτερη Ουγγαρία (Jobbik), που σάρωσε με ποσοστό 17% στις περσινές εκλογές. Με σταθερότητα, το Εθνικό Κόμμα Σλοβακίας (SNS) του Γιαν Σλότα διατήρησε τα ποσοστά του γύρω στο 10% μέχρι το 2006, πριν πέσει ξανά στο 5%, το 2010. 
Στη Ρωσία και τη Ρουμανία, η ακροδεξιά, την οποία εκπροσωπούν το Φιλελεύθερο-Δημοκρατικό Κόμμα του Βλαντίμιρ Ζιρινόφσκι και το κόμμα της Μεγάλης Ρουμανίας (PRM) του Βαντίμ Τούντορ, αντίστοιχα, έχει βαθιές ρίζες στην κοινωνία, συχνά με διψήφια εκλογικά ποσοστά μέχρι και μετά το 2000, παρά μια μικρή κάμψη τα τελευταία χρόνια. 
Η περίπτωση της Πολωνίας είναι ιδιαίτερη, λόγω του ευμετάβλητου εκλογικού της σώματος. Έτσι, η υπερσυντηρητική καθολική Ένωση Πολωνικών Οικογενειών (LPR) απέσπασε ποσοστό 8% το 2001 και το 2005, και, μάλιστα, συμμετείχε για σύντομο χρονικό διάστημα στην κυβέρνηση, δίπλα στο αγροτικό κόμμα Samoobrona (11% το 2005). Έχοντας αποδοκιμαστεί το 2007 (με ποσοστό 1,3%), εξαφανίστηκε από την πολιτική σκηνή, ακριβώς όπως και το Samoobrona.

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Βιαντρίνα (Φραγκφούρτη).
Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στο ένθετο LE MONDE diplomatique 27/02/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου