...

...

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Η «λιτότητα» που πραγματικά μας χρειάζεται

Του LAURENT CORDONNIER *

Αύξηση φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα

Τελικά, δύο χρόνια μετά τη χρεοκοπία της τράπεζας Lehman Brothers, η χρηματοοικονομική κρίση οδηγεί στη λιτότητα τους πληθυσμούς της Γηραιάς Ηπείρου, που καλούνται να θυσιαστούν για να εξιλεωθούν για σφάλματα που δεν διέπραξαν αυτοί.
 Όσο κι αν γνωρίζουμε καλά, από την εποχή του Ρέιγκαν και της Θάτσερ, την τάση των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων να προβάλλουν το φόβητρο του δημόσιου χρέους (στην αύξηση του οποίου συνέβαλαν με τις φοροαπαλλαγές που θέσπισαν για την εύπορη εκλογική πελατεία τους), για να καταφεύγουν με άνεση στη μείωση των κρατικών δαπανών, στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων, στο πετσόκομμα των κοινωνικών προγραμμάτων και στην εξασθένιση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα τα κατάφερναν και πάλι, καθώς όλα έδειχναν ότι δεν διέθεταν αρκετά περιθώρια για να εφαρμόσουν τη συνηθισμένη τους «στρατηγική του σοκ(1)».
Πράγματι, έπρεπε να τρομοκρατηθούν οι πληθυσμοί για να αποδεχτούν το επιχείρημα ότι δεν μπορούν «να απολαμβάνουν αιώνια ένα επίπεδο ζωής πάνω από τις πραγματικές δυνατότητές τους» και, ταυτόχρονα, να καθησυχαστούν οι αγορές οι οποίες είχαν ήδη πανικοβληθεί από το ύψος αυτού του χρέους. Αυτό το διπλό κόλπο απαιτούσε μια κάποια δεξιοτεχνία, την οποία δεν διαθέτουν οι πάντες στον απαιτούμενο βαθμό. 
Για παράδειγμα, οι ηγέτες του Fidesz, του φιλελεύθερου κόμματος που κυβερνά στην Ουγγαρία, αποδείχτηκαν εξαιρετικά αδέξιοι όταν προσπάθησαν να φορτώσουν στους σοσιαλιστές προκατόχους τους την τραγική εικόνα που υποτίθεται ότι παρουσίαζαν τα δημόσια οικονομικά της χώρας(2). Συγκρίνοντας την κατάσταση της Ουγγαρίας με εκείνη της Ελλάδας, ναι μεν πέτυχαν μια κίνηση εντυπωσιασμού της κοινής γνώμης της χώρας, ξέχασαν όμως ότι και οι «αγορές» θα επηρεάζονταν ανάλογα. Την επομένη των σχετικών ανακοινώσεων, το φιορίνι υποτιμήθηκε κατά 3% και τα ασφάλιστρα κινδύνου μη εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους της χώρας εκτινάχθηκαν, προκαλώντας το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδιωκόταν. 
Από τότε, το δόγμα τελειοποιήθηκε, τουλάχιστον όσον αφορά τη ρητορεία με την οποία προβάλλεται, και έδωσε τη θέση του στη μετριοπάθεια. Ετσι, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, σπεύδει να διακηρύξει παντού και πάντα: «Είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι μια λελογισμένη μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων ευνοεί την ανάπτυξη και όχι μόνο δεν τη θέτει σε κίνδυνο, αλλά και την ευνοεί μακροπρόθεσμα». Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ειδικός σε ζητήματα ψυχολογίας του πλήθους, μας δίνει την εξήγηση του επιχειρήματός του: «Οι Γερμανοί ανησυχούν όταν νομίζουν ότι δεν είναι εξασφαλισμένη η νομισματική σταθερότητα. Και ανησυχούν πιο πολύ εάν πιστεύουν ότι τα ελλείμματα θα γίνουν ανεξέλεγκτα. Περιορίζοντας τα ελλείμματα με ήπιο τρόπο, καταπολεμούμε την αίσθηση της αβεβαιότητας που κυριαρχεί στον πληθυσμό και, με αυτόν τον τρόπο, στηρίζουμε τη ζήτηση(3)* (οι αστερίσκοι παραπέμπουν στο γλωσσάριο)». 

Συγκαλυμμένος αποπληθωρισμός 
Ο Κέινς (η ζήτηση) και η λιτότητα στο ίδιο κρεβάτι, υπό το συγκινημένο βλέμμα της βασίλισσας Βικτόριας... Προφανώς, αυτή η σκηνή άρεσε πολύ στις αγορές: εδώ και μερικές εβδομάδες, το ευρώ έχει σταθεροποιηθεί και τα επιτόκια με τα οποία χρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος της Γαλλίας και της Γερμανίας έπεσαν στο χαμηλότερο επίπεδο. Κι όσο κι αν οι οικονομικοί δείκτες είναι αντιφατικοί (η ανάκαμψη στις ΗΠΑ εξασθενεί), ο πρόεδρος του Eurogroup, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, θέλει να πιστεύει ότι «η κατάσταση έχει περάσει στη φάση της εξομάλυνσης». 
Εάν αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη θα βυθιστεί σε μια ατελείωτη περίοδο συγκαλυμμένου αποπληθωρισμού*, τότε η πρόγνωση του έχει κάποιες πιθανότητες να αποδειχθεί σωστή. Ο Μάρτιν Γουλφ -από τους πλέον προβεβλημένους αρθρογράφους των «Financial Times», οικονομολόγος ο οποίος, μάλιστα, δεν θεωρείται ιδιαίτερα αιρετικός- προειδοποιεί: «Όταν η Ιαπωνία -ή ο Καναδάς ή η Σουηδία- εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας τη δεκαετία του 1990, η παγκόσμια οικονομία βρισκόταν σε ανοδική τροχιά και μπορούσε να απορροφήσει την πλεονάζουσα εξαγωγική προσφορά τους. Όμως δεν υπάρχει οικονομία τόσο μεγάλη που να μπορεί να αντισταθμίσει μια νέα ύφεση στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, μια συντονισμένη περιοριστική δημοσιονομική πολιτική θα αποτύγχανε. Στο βαθμό που οι οικονομίες θα συρρικνώνονταν, θα εμφανίζονταν μεγαλύτερα κυκλικά ελλείμματα, τα οποία θα ακύρωναν τις προσπάθειες λιτότητας σε δομικό επίπεδο. Απέναντι σε μια όλο και πιο περιοριστική αμερικανική δημοσιονομική πολιτική, μεγάλο μέρος του πλανήτη θα εγκλωβιζόταν στη στρατηγική τού "ο σώζων εαυτόν σωθήτω"(4)». 
Καθώς το χειρότερο σενάριο δεν είναι ποτέ δεδομένο, οι «αγορές» θα μπορούσαν να το ενθαρρύνουν. Όταν, αργά ή γρήγορα, θα ξυπνήσουν και θα συνειδητοποιήσουν -με τη βοήθεια των οίκων αξιολόγησης- ότι οι στόχοι της μείωσης των δημόσιων ελλειμμάτων μέχρι το 2013 είναι εξωπραγματικοί, δεν θα είναι πλέον αδιανόητο ένα νέο κραχ των ομολόγων του δημόσιου χρέους*. 
Μπροστά σε αυτήν την ακραία τροπή που θα έχουν λάβει οι εξελίξεις, ενδέχεται να μην μπορεί να εφαρμοστεί το ευρωπαϊκό σχέδιο διάσωσης, το οποίο οδηγεί κράτη με ήδη υψηλό επίπεδο χρέους να δανειστούν και πάλι -αυτή τη φορά συλλογικά- για να βοηθήσουν άλλα κράτη που είναι υπερχρεωμένα. Πράγματι, για τους δανειστές στους οποίους θα καταφύγουν, η κατάσταση θα μπορεί να συνοψιστεί με τον εξής τρόπο: «Γιατί, δηλαδή, θα με συνέφερε περισσότερο να στοιχηματίσω στην επιτυχία της Εθνικής Ομάδας της Γαλλίας στο περασμένο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου, απ' ό,τι να στοιχηματίσω ξεχωριστά στις επιδόσεις καθενός από τους παίκτες της;»(5) Το ευρωπαϊκό σχέδιο διάσωσης θα θυμίζει μια σειρά από σάπια καταφαγωμένα δοκάρια με τα οποία θα επιχειρηθεί η υποστύλωση ενός τοίχου που καταρρέει, ελπίζοντας ότι όλα μαζί θα αντέξουν παρά την τρομακτική φθορά τους. 
Ωστόσο, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να επισείουμε την απειλή μιας νέας καταστροφής, προκειμένου να αντιδράσουμε δυναμικά στη στρατηγική του νεοφιλελεύθερου σοκ και να την οδηγήσουμε σε αποτυχία. Η κατάσταση στην οποία ο νεοφιλελευθερισμός έχει βυθίσει τις οικονομίες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) θα έπρεπε να έχει ήδη προσφέρει νομιμοποίηση σε διάφορες άλλες επιλογές... 
Αν το ύψος του δημόσιου χρέους πολλών χωρών αρχίσει να γίνεται ανησυχητικό (ωστόσο, όχι σε επικίνδυνο βαθμό) και εάν η κυριότερη απειλή που αντιμετωπίζουμε είναι ο αποπληθωρισμός, τότε το φάρμακο γι' αυτό το πρόβλημα θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: να σταματήσει η αποπληθωριστική δυναμική και να καθιερωθεί και πάλι μια σοβαρή φορολογία στα υψηλά εισοδήματα και στα εισοδήματα του κεφαλαίου. 

Μισθολογική λιτότητα 
Στη Γηραιά Ήπειρο, ο κίνδυνος επιδεινώνεται από τις στρατηγικές του ανταγωνιστικού αποπληθωρισμού που υιοθετούν οι κυβερνήσεις οι οποίες ποντάρουν στη μισθολογική λιτότητα για να δώσουν ώθηση στην οικονομία τους χάρη στην εξωτερική ζήτηση... από τους εταίρους τους που εφαρμόζουν μικρότερης έκτασης λιτότητα(6). Εάν η οικονομική Ευρώπη είχε κάποιο νόημα, τότε, αντίθετα, θα αποσκοπούσε στον συντονισμό των μισθολογικών πολιτικών, ώστε να αυξηθεί η πιο γρήγορη άνοδος των αμοιβών στις χώρες που συσσωρεύουν εμπορικά πλεονάσματα και να εξισωθούν έτσι (προς τα πάνω) οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα. 
Αυτή η πολιτική του μισθολογικού «επαναπληθωρισμού», η οποία θα είχε συντονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και θα είχε προκύψει μέσα από διαπραγματεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, πέρα από το γεγονός ότι θα δημιουργούσε έναν χαμηλό πληθωρισμό (ο οποίος γι' αυτόν το λόγο θα ήταν δυνατόν να βρίσκεται υπό έλεγχο χωρίς να χρειάζεται η συνδρομή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας) και θα ελάφρυνε το χρέος, παρουσιάζει και άλλο ένα πλεονέκτημα: Θα ανάγκαζε χωρίς αμφιβολία τις επιχειρήσεις των χωρών με πολύ μεγάλη ανταγωνιστικότητα να συμπιέσουν τα περιθώρια κέρδους τους, για να διατηρήσουν το μερίδιό τους στην αγορά... πράγμα που θα ευνοούσε μια καλύτερη κατανομή της προστιθέμενης αξίας. 
Εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις γι' αυτόν τον μισθολογικό «επαναπληθωρισμό», η ανόρθωση των δημόσιων οικονομικών στην Ευρώπη δεν θα αποτελούσε πραγματικό πρόβλημα. Γιατί, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα δημόσια ελλείμματα οφείλονται σχεδόν αποκλειστικά στην οικονομική και τη χρηματοπιστωτική κρίση, στα σχέδια ανάκαμψης των οικονομιών και στην απώλεια των φορολογικών εσόδων που προκάλεσε η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και των εισοδημάτων. Το 2007, τη χρονιά που προηγήθηκε της κρίσης, το ύψος των ετήσιων δημόσιων ελλειμμάτων αντιπροσώπευε το 0,6% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της ζώνης του ευρώ (το 0,8% του ΑΕΠ της Ευρώπης των «27»). Δύο χρόνια αργότερα, τα ελλείμματα αντιστοιχούν στο 6,3% του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ (6,8% της Ευρώπης των «27»). Η επιστροφή σε μια καλύτερη συγκυρία -δίχως, όμως, πολιτικές λιτότητας- θα επανέφερε εν μέρει τα ελλείμματα μέσα στα επιθυμητά όρια. Εξάλλου, για να επισπευσθεί αυτή η πορεία προς την αποκατάσταση των ισορροπιών, θα αρκούσε να συνεννοηθούν αυτές οι χώρες για την αυστηρή πάταξη της φοροδιαφυγής. Πράγματι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αυτή κυμαίνεται μεταξύ 2% και 2,5% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ! Από αυτόν τον τομέα μπορούν να εξευρεθούν πολύ μεγαλύτερα ποσά από εκείνα που θα προκύψουν, για παράδειγμα, από το ροκάνισμα του 1% της αύξησης των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων στη Γαλλία (το οποίο θα αποφέρει εξοικονόμηση ποσού που αντιστοιχεί στο 0,06% του γαλλικού ΑΕΠ...). 
Βέβαια, στη Γαλλία, η κατάσταση των δημοσιονομικών αποτελεί εξαίρεση. Πράγματι, εδώ το έλλειμμα οφείλεται κατά κύριο λόγο στις μειώσεις φόρων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε μια συγκυρία όπου οι Ευρωπαίοι εταίροι της χώρας ακολουθούσαν αντίθετη πολιτική. Σύμφωνα με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το «δομικό έλλειμμα» του κράτους(7) ανερχόταν στο 5% του ΑΕΠ το 2009, δηλαδή σε περίπου 100 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Όμως, δεν οφείλεται σε κανέναν «δομικό» εκτροχιασμό των δημόσιων δαπανών, οι οποίες, στην πραγματικότητα, ελάχιστα έχουν αυξηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 2000(8). Οι αιτίες του ελλείμματος αναλύονται με εξαιρετικά λεπτομερή τρόπο σε μια πρόσφατη έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών της γαλλικής Βουλής, την οποία παρουσίασε ο Ζιλ Καρέζ (βουλευτής του -σαρκοζικού- κόμματος UMP): «Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μεταξύ 2000 και 2009, ο γενικός προϋπολογισμός του κράτους έχασε φορολογικά έσοδα που κυμαίνονταν μεταξύ 101,2 δισ. ευρώ (5,3% του ΑΕΠ) και 119,3 δισ. ευρώ (6,2% του ΑΕΠ). Περίπου τα δύο τρίτα αυτών των απωλειών οφείλονταν στα νέα μέτρα που θέσπιζαν "μειώσεις φόρου", ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο στη μεταφορά φορολογικών εσόδων σε άλλους δημόσιους φορείς, κυρίως στα ασφαλιστικά ταμεία και στην τοπική αυτοδιοίκηση(9)». 
Το ήμισυ αυτών των μειώσεων φόρου (33-41,5 δισ. ευρώ) αφορά τον φόρο εισοδήματος (σταδιακές μειώσεις της φορολογικής κλίμακας και φοροαπαλλαγές), ενώ σημαντικό ποσοστό τους (ύψους 10 δισ. ευρώ) προέρχεται από τη μείωση της φορολογίας των εταιρικών κερδών. Όσον αφορά τις μειώσεις των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών για τους χαμηλόμισθους -μέτρο που έχει αμφισβητούμενες επιπτώσεις στην τόνωση της απασχόλησης- έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια εσόδων 27 δισ. ευρώ, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός είναι υποχρεωμένος να αναπληρώνει τα διαφυγόντα έσοδα των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών δεν απαιτεί μια εντονότερη λιτότητα αλλά μια ηθική και διανοητική σοβαρότητα: για την αποκατάσταση της ισορροπίας των δημόσιων οικονομικών θα αρκούσε να καταργήσουμε αυτή τη σπατάλη που συνεπάγονται τα δώρα προς τα υψηλότερα εισοδήματα της μισθωτής εργασίας και του κεφαλαίου. 
Το να ξαναπάρουμε στα χέρια μας τα 40 δισ. του φόρου εισοδήματος που χάνονται κάθε χρόνο, θα έπρεπε να είναι μια πολύ εύκολη υπόθεση. Θα αρκούσε απλώς να θεσπιστούν ξανά μία ή δύο φορολογικές κλίμακες που θα κυμαίνονται από το 50% ώς το 70% και να υπολογιστεί προσεκτικά το όριο από το οποίο θα αρχίσουν να ισχύουν, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η είσπραξη του εν λόγω ποσού. Μάλιστα, σε μια συγκυρία όπου η απειλή ενός νέου κραχ των ομολόγων του δημόσιου χρέους δεν έχει εκλείψει ολοκληρωτικά, θα μπορούσαμε μέχρι και να προσφέρουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να προτείνουμε μια εναλλακτική λύση στους υπόχρεους για την καταβολή αυτών των επιπλέων ποσών φόρου: είτε να πληρώσουν κανονικά αυτό το ποσό (τα εν λόγω 40 δισ. ευρώ) είτε να καταθέσουν το τριπλάσιο αυτού του ποσού σε έναν άτοκο και δεσμευμένο για επτά χρόνια λογαριασμό, ο οποίος θα προορίζεται για τη χρηματοδότηση του ελλείμματος που συνεπάγεται αυτή η φορολογική επιλογή τους. Κατά κάποιον τρόπο, θα πρόκειται για την ίδια επιλογή που προσφερόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στις εύπορες τάξεις: να ψηφίζουν κυβερνήσεις οι οποίες, αφενός μειώνουν τους φόρους που αυτές οι τάξεις θα έπρεπε να πληρώσουν και, αφετέρου, τους προσφέρουν τίτλους του δημόσιου χρέους... τους οποίους αγοράζουν με τα χρήματα που εξοικονομούν από τη μείωση της φορολογίας. Μόνο που, αυτή τη φορά, θα φροντίσουμε να καταργηθεί το διπλό όφελος που εξασφάλιζαν, καθώς θα καταργήσουμε την πληρωμή τόκων γι' αυτή την τοποθέτηση των χρημάτων τους. Με τα σημερινά δεδομένα, σε αυτόν τον άτοκο λογαριασμό θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν μέσα σε επτά χρόνια 840 δισ. ευρώ. Δεδομένου ότι το κράτος θα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αυτό το ποσό χωρίς να πληρώνει τόκους, θα μπορεί να εξοικονομεί κάθε χρόνο 32 δισ. ευρώ. Επιπλέον, καθώς το ήμισυ περίπου του δημόσιου χρέους θα βρίσκεται στο εξής εκτός των αγορών -και άρα απαλλαγμένο από τον κίνδυνο των επιθέσεων τους- αυτό το γεγονός θα εκμηδένιζε σχεδόν τον κίνδυνο αδυναμίας εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους που φοβούνται οι «αγορές», ενώ ταυτόχρονα θα εξασφάλιζε την άνετη συμμόρφωση με τα κριτήρια του Συμφώνου Σταθερότητας. Και, φυσικά, κανένας δεν θα μπορούσε να απαγορεύσει στις άλλες χώρες να αντλήσουν έμπνευση από αυτό το μοντέλο...

(1) Naomi Klein, «La strategie du choc», Le Meac - Actes Sud, Μόντρεαλ-Αρλ, 2008. (ΣτΕ): Τίτλος πρωτοτύπου: «The Shock Doctrine: The Rise of Disaster Capitalism», Alfred Α. Knopf Canada, Σεπτέμβριος 2007. Βλέπε επίσης, Frederic Lordon, «L' urgence du contre-choc», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2010.

(2) Τη στιγμή που η σοσιαλιστική κυβέρνηση είχε ήδη επιβάλει στους Ούγγρους ένα άνευ προηγουμένου πρόγραμμα λιτότητας, το οποίο είχε μειώσει το δημόσιο έλλειμμα κάτω από το όριο του 5% το 2009 έναντι 10% το 2006.

(3) Συνέντευξη στην εφημερίδα «Les Echos», Παρίσι, 21 Ιουλίου 2010.

(4) Martin Wolf, «Fear must not blind us to deflation's dangers», «Financial Times», Λονδίνο, 8 Ιουλίου 2010.

(5) (ΣτΜ): Ολοι θυμούνται την πανωλεθρία της ομάδας σε αυτή τη διοργάνωση και τις απίστευτες έριδες που ξέσπασαν εν συνεχεία στο εσωτερικό της.

(6) Βλέπε επίσης, ως προς αυτό το σημείο, την έκθεση 2009/2010 του EuroMemorandum Group: «Europe Crisis: Α Critique of the EU's Failure to Respond and Proposals for a Democratic Alternative».

(7) Δηλαδή, το μερίδιο του ελλείμματος που δεν εξηγείται από την κρίση.

(8) Οι δημόσιες δαπάνες αντιπροσώπευαν το 55% του ΑΕΠ το 1993, το 51,5% το 2000 και το 52,5% το 2009, χωρίς να συνυπολογίζεται το κόστος των μέτρων για την ανάκαμψη της οικονομίας.

(9) Έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών, αρ. 2689, Ιούνιος 2010. 


Γλωσσάριο 
Κραχ των ομολόγων: ταχύτατη άνοδος των μακροπρόθεσμων επιτοκίων των ομολόγων, δηλαδή των τίτλων του χρέους μιας χώρας ή μιας επιχείρησης. Τα επιτόκια αυξάνονται όταν αυξάνεται το χρέος και οι δανειστές αμφιβάλλουν (δικαιολογημένα ή όχι) για την ικανότητα του οφειλέτη να το αποπληρώσει. Την άνοιξη του 2010, τα επιτόκια των ελληνικών δεκαετών ομολόγων ξεπέρασαν το 11% (έναντι λιγότερο από 3% για τα γερμανικά ομόλογα). Σε αυτήν την περίπτωση, η εξυπηρέτηση του χρέους (η αποπληρωμή των τόκων) καθίσταται απίστευτα δαπανηρή. 
Ζήτηση (εγχώρια): ποσότητα των αγαθών και των υπηρεσιών που αποκτούν οι οικονομικοί παράγοντες. Αντιστοιχεί στις καταναλωτικές δαπάνες των νοικοκυριών, στις δαπάνες των επιχειρήσεων για επενδύσεις και στις δημόσιες δαπάνες. Η κεϊνσιανή πολιτική έχει στόχο την τόνωση αυτών των διαφορετικών συνιστωσών της ζήτησης. 
Αποπληθωρισμός: γενική πτώση των τιμών και των μισθών. Όταν η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας είναι απότομη, μπορεί να προκαλέσει αποπληθωρισμό, υποχρεώνοντας τις επιχειρήσεις να μειώσουν τις τιμές τους (για να αντιμετωπίσουν τη μείωση των πωλήσεών τους) και τους εργαζόμενους να δεχτούν χαμηλότερους μισθούς (εξαιτίας της ανόδου της ανεργίας που εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσά τους). Η μείωση των τιμών και των μισθών καθιστά ακόμα ακριβότερη την πραγματική αξία των δανείων, ενώ, από την άλλη πλευρά, οι οικονομικοί παράγοντες αναβάλλουν τις αγορές τους (για να επωφεληθούν από την περαιτέρω πτώση των τιμών). Όλα αυτά τροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο εξασθένισης της ζήτησης, της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης κ.λπ.

*Οικονομολόγος. Συγγραφέας του «L'Economie des Toambapiks, Raisons d'Agir», Παρίσι, 2010
Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ στο ένθετο LE MONDE diplomatique 12/09/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου