...

...

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Η ελληνική αριστερά μπροστά στην κρίση

Του Χάρη Γολέμη*

Η αριστερά πρέπει να αποφύγει την παγίδα της υπεράσπισης του «εθνικού συμφέροντος», στηρίζοντας «εθνικά κοινωνικά συμβόλαια». Παρά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν τα κόμματα εξουσίας με στόχο την εξασφάλιση διαταξικής στήριξης, γενικώς στα κοινωνικά ζητήματα δεν υπάρχουν λύσεις όπου όλοι είναι κερδισμένοι.
1. Έχουν περάσει τρία περίπου χρόνια από την έναρξη, αρχικά στις ΗΠΑ και λίγο αργότερα στην Ευρώπη, της μεγάλης κρίσης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος και εννέα περίπου μήνες από την εφαρμογή στη χώρα μας του καταστροφικού μνημονίου συνεργασίας μεταξύ της κυβέρνησης Παπανδρέου και της αγίας τριάδας (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ). Αυτή η συμφωνία, με τη μείωση των μισθών και των συντάξεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αλλαγή του συνταξιοδοτικού συστήματος και των εργασιακών σχέσεων κλπ, κλπ βάζει τις βάσεις για την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και των ανισοτήτων, στο πλαίσιο ενός «βάρβαρου καπιταλισμού» ο οποίος στηρίζεται τόσο στην ηγεμονία του αστικού λόγου όσο και στην κρατική καταστολή.

2. Από τα πολλά, και πολλάκις αντικρουόμενα μεταξύ τους, που έχουν γραφτεί και ειπωθεί σχετικά με τις αιτίες της κρίσης στη χώρα μας, ίσως μπορούμε να συμφωνήσουμε στα εξής ολίγα:

2.1. Η ελληνική κρίση δημόσιου χρέους, ως προς την στιγμή και την ένταση της έκρηξής της, δεν είναι τόσο αυτοφυής και αυτόνομη όσο υποστηρίζουν η κυβέρνηση και οι μεγαλοδημοσιογράφοι των διαπλεκόμενων ΜΜΕ, δηλαδή οι κατ’ εξοχήν οργανικοί διανοούμενοι του συστήματος. Δεν οφείλεται στο μεγάλο κράτος και τις συντεχνίες, αλλά αποτελεί την μορφή έκφρασης στη χώρα μας της παγκόσμιας συστημικής καπιταλιστικής κρίσης (η οποία, σε άλλα κράτη, εμφανίστηκε με διαφορετικό τρόπο: ως κρίση του τραπεζικού συστήματος στην Ιρλανδία και την Ισλανδία, του στεγαστικού τομέα στην Ισπανία και τη Βρετανία κλπ).

2.2. Όμως, το γεγονός ότι η κρίση είναι συστημική, υπό την έννοια των δομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει το παγκόσμιο σύστημα κεφαλαιακής συσσώρευσης το οποίο στηρίζεται στις χρηματαγορές, δεν σημαίνει ότι οι πράγματι ακραίες δημοσιονομικές ανισορροπίες της ελληνικής οικονομίας ήταν και είναι μακροχρόνια βιώσιμες (ακόμα και αν, πολύ περισσότερο θα έλεγα, η Ελλάδα ήταν σοσιαλιστική). Ας μην ξεχνάμε, επιπλέον, ότι αυτές οι ανισορροπίες δεν έπεσαν από τον ουρανό, ούτε αποτελούν ευθύνη …ξένων κατακτητών. Οφείλονται σε παλιές και πρόσφατες πολιτικές επιλογές του ελληνικού κράτους, που αντικατοπτρίζουν τον συσχετισμό πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, καθώς και τον τρόπο αναπαραγωγής του κοινωνικού σχηματισμού ο οποίος έχει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: ισχνή παραγωγική βάση, χαμηλό επίπεδο αποταμίευσης και επένδυσης, σπάταλο και αναποτελεσματικό δημόσιο τομέα με τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες και υποχρηματοδοτούμενες κοινωνικές υπηρεσίες, πελατειακές σχέσεις, διαφθορά, ακραίες εισοδηματικές ανισότητες, εκτεταμένη παραοικονομία, επισφάλεια ιδίως στους νέους και τους μετανάστες και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, πολύ αδύναμη φορολογική βάση λόγω των χαμηλών συντελεστών φορολόγησης των επιχειρήσεων και των μεγάλων εισοδημάτων, καθώς και της τεράστιας «νόμιμης» και παράνομης φοροδιαφυγής κυρίως των μεγάλων επιχειρήσεων ελληνικών, πολυεθνικών και παράκτιων, αλλά και των μεσαίων και μικρών, όπως και ορισμένων ελεύθερων επαγγελματιών με υψηλά εισοδήματα (μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, ορισμένοι ιδιοκτήτες φορτηγών και ταξί κλπ).

2.3. Η ελληνική κρίση είναι, ταυτόχρονα, έκφραση της δομικής κρίσης της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ. Η δημιουργία μιας νομισματικής ένωσης χωρών με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, παραγωγικότητας και μισθών, χωρίς μια ταυτόχρονη οικονομική ένωση με ισχυρό προϋπολογισμό και ενιαία φορολογική πολιτική και, κυρίως, χωρίς οποιαδήποτε σκέψη πολιτικής ενοποίησης ιδιαίτερα από τις κυρίαρχες μεγάλες δυνάμεις (παρά τις αφελείς προσδοκίες ορισμένων αριστερών στη χώρα μας και αλλού) είναι μια ιστορική «ανωμαλία», που σήμερα τιμωρείται από τις κυρίαρχες «αγορές».

3. Στις διαλέξεις που έδωσε πρόσφατα, στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, ο Μάϊκλ Λίμποβιτς τόνισε μεταξύ άλλων ότι, σε μια κατάσταση σαν τη σημερινή, το στοίχημα των δυνάμεων της πολιτικής αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων είναι πώς θα μετατρέψουν μια κρίση στον καπιταλισμό σε κρίση του καπιταλισμού, με τελικό στόχο την υπέρβασή του. Αν αυτό το στοίχημα χαθεί, όπως συνέβη π.χ. τις δεκαετίες 1970-1980, το κεφάλαιο αναδιαρθρώνεται σε ένα διαφορετικό επίπεδο από το προηγούμενο, με κόστος τη μεγάλη ήττα των δυνάμεων της εργασίας.

4. Η γνώμη μου είναι ότι σήμερα, τουλάχιστον στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αν όχι σε όλο τον κόσμο (με εξαίρεση τις χώρες της Λατινικής Αμερικής), βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο υπέρβασης της κρίσης μέσω της συντριπτικής ήττας των κυριαρχούμενων τάξεων. Θεωρώ ότι, παρά κάποιες μεμονωμένες εθνικές αντιστάσεις (σε Ελλάδα, Γαλλία, Πορτογαλία, Βρετανία) που εν τέλει έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές, προς το παρόν τουλάχιστον, η ηγεμονία των αστικών τάξεων διατηρείται παρά τα πλήγματα που έχει υποστεί. Ακόμα και αν συμφωνήσουμε ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει απονομιμοποιηθεί στη συνείδηση των λαϊκών μαζών (μια διαπίστωση για την οποία διατηρώ επιφυλάξεις, όσον αφορά τις χώρες της Ευρώπης), είναι φανερό ότι η εναλλακτική λύση δεν είναι εμφανής, παρά τις όποιες προσπάθειες διαμόρφωσής της από εθνικά ή διεθνικά συλλογικά πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα ή/και διανοούμενους. Όπως λέγεται προσφυώς, πιο εύκολα πιστεύουν οι πολλοί και οι πολλές ότι θα καταστραφεί ο κόσμος παρά ότι είναι δυνατή η υπέρβαση του καπιταλισμού.

5. Κι όμως, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για όλες τις δυνάμεις της αριστεράς: να διατυπώσουν, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων τους, ένα σοβαρό σχέδιο υπέρβασης της κρίσης και πορείας προς τον σοσιαλισμό, με το οποίο θα επιδιώξουν να κερδίσουν την ηγεμονία, δηλαδή την καρδιά και το νου των υποτελών τάξεων. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και αν δεν υπάρξει η νίκη που θα βάλει τις βάσεις για μια νέα δικαιότερη κοινωνία, θα μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα πάμε σε μια σοβαρή αντιπαράθεση και μια «ένδοξη» ήττα, η οποία θα άφηνε ισχυρές παρακαταθήκες στο συλλογικό υποσυνείδητο για μια νέα σύγκρουση στο μέλλον.

6. Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς στο πλαίσιο της πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί από την πολιτική του μνημονίου; Οι σκέψεις που ακολουθούν βρίσκονται στο πλαίσιο των θέσεων του Συνασπισμού, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, παλαιότερα και πρόσφατα: α) για την ΕΕ, ήδη από το 1997 («παρών» της Κοινοβουλευτικής Ομάδας στην αναθεώρηση της συνθήκης του Μάαστριχτ, συμμετοχή στις κινητοποιήσεις στο Άμστερνταμ), β) για τις γενικότερες ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές του κόμματος από το 2000 (στροφή στα κινήματα, συμμετοχή στο ΠΚΦ-προγραμματικό συνέδριο 2003, τακτικό συνέδριο 2005)και γ) για την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση από το 2008 (τακτικό συνέδριο 2008, διαρκές συνέδριο 2009, έκτακτο 2010). Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί να διατυπώσω, με απόλυτο σεβασμό προς τις διάφορες παραδόσεις όσων μετέχουν σήμερα στον Συνασπισμό, την απολύτως προσωπική άποψη ότι αυτές οι θέσεις είναι συμβατές (χωρίς να ταυτίζονται) με ένα ρεύμα ιδεών το οποίο θα μπορούσα να ονομάσω, ενσυνειδήτως αδόκιμα, «αριστερή ευρωκομμουνιστική α/συνέχεια». Βασικός πυλώνας αυτών των απόψεων είναι η θέση ότι, παρά το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση» δεν εξαφάνισαν βέβαια τη σημασία των κρατών στην ταξική πάλη, η υπέρβαση του καπιταλισμού προϋποθέτει μετασχηματισμούς (όχι ταυτόχρονους φυσικά, αλλά συντονισμένους και στην ίδια συγχρονία) σε ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες-στην περίπτωσή μας στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι και η «υπαρκτή» ΕΕ (μπορεί και πρέπει να) είναι πεδίο διεξαγωγής ή έστω συντονισμού ταξικών αγώνων.

7. Τελευταία από ορισμένους κύκλους εκπέμπεται άφθονη παραπληροφόρηση σχετικά με την υποτιθέμενη «ευρωλαγνεία» της πλειοψηφίας του Συνασπισμού, επειδή δεν υιοθετεί τη δήθεν «επαναστατική» άποψη περί αποχώρησης από τη ζώνη του ευρώ και την ΕΕ. Ανέφερα προηγουμένως τα σημεία καμπής στην πολιτική του ΣΥΝ στα ζητήματα της Ευρώπης και της κρίσης. Τα επαναλαμβάνω συνοπτικά ώστε να τα εμπεδώσουν ορισμένοι: ο Συνασπισμός, από το 1997 όταν άρχισε να αλλάζει ο εσωτερικός του ιδεολογικός και πολιτικός συσχετισμός δυνάμεων, έπαψε να στηρίζει τη συγκεκριμένη πορεία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (για όσους δεν γνωρίζουν, αρκετοί από αυτούς που βρίσκονται σήμερα στην ηγεσία του, αντιτάχθηκαν ενεργά και στη συνθήκη του Μάαστριχτ, χωρίς όμως να θεωρούν σήμερα την ψήφισή του από τον ΣΥΝ, πριν από δεκαέξι χρόνια (!), προπατορικό αμάρτημα). Η πλειοψηφία του ΣΥΝ ουδεμία αμφιβολία είχε ότι το οικοδόμημα της ευρωζώνης και της ΕΕ, πέρα από άδικο και εκμεταλλευτικό για τις υποτελείς τάξεις, ΟΛΩΝ των χωρών και όχι μόνο αυτών του ευρωπαϊκού νότου, ήταν ιδιαίτερα ευάλωτο στο ενδεχόμενο μιας σοβαρής κρίσης, ενός «εξωτερικού σοκ», σύμφωνα με την οικονομολογική ορολογία, το βάρος της οποίας θα έφεραν οι υποτελείς τάξεις.

8. Με δεδομένη την προαναφερθείσα ιδεολογική και πολιτική σκευή, μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να φανταστώ δρόμους εξόδου από την κρίση που θα σχεδιάσουν και θα εφαρμόσουν οι δυνάμεις της αριστεράς μόνο στην Ελλάδα, και μάλιστα σε μια Ελλάδα εκτός ευρωζώνης και ΕΕ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι ακόμα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σε περίπτωση που αυτό επισυμβεί για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένης και της αποβολής της χώρας μας από την ευρωζώνη.

9. Οι δύο ακραίες απόψεις της ελληνικής αριστεράς για την αντιμετώπιση της κρίσιμης κατάστασης στην οποία βρίσκεται σήμερα η ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι αφ’ ενός, αυτή του λεγόμενου «αριστερού ευρωπαϊσμού» και αφ’ ετέρου εκείνη της «απαλλαγής από την ξένη κατοχή». Η πρώτη θεωρεί το μνημόνιο αναγκαίο κακό, το οποίο μάλιστα βοηθά και στον (βίαιο) εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας, έναν εκσυγχρονισμό που άρχισε αλλά δεν τελείωσε η κυβέρνηση Σημίτη. Η δεύτερη (στην οποία δεν περιλαμβάνω το ΚΚΕ, όσο κι αν αυτό φαίνεται παράδοξο εκ πρώτης όψεως) υποστηρίζει ότι η μόνη διέξοδος για τη χώρα είναι η άμεση έξοδος από τη ζώνη του ευρώ, ενδεχομένως και από την ΕΕ, και η επιστροφή στη δραχμή. Ανεξάρτητα από τις διαφορές τους, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι δύο προαναφερθείσες απόψεις δεν είναι «ταξικές», αλλά απευθύνονται στο ελληνικό έθνος, το οποίο πρέπει να συσπειρωθεί, πέρα κοινωνικο-πολιτικές διαιρέσεις, για να αυξήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας «μας» στην Ευρώπη (η πρώτη άποψη) ή για να αποκρούσει τη ξένη κατοχή και τους ντόπιους συνεργάτες της (η δεύτερη άποψη).

10. Ως συμβολή στη συζήτηση, υποβάλλω τις εξής γενικές κατευθυντήριες αρχές που κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να διέπουν την δράση της ελληνικής αριστεράς μπροστά στην κρίση. Η αριστερά λοιπόν θα έπρεπε:

10.1. Να προβάλλει, με κάθε μέσο, το αδιέξοδο του μνημονίου, καταθέτοντας ταυτόχρονα μια εναλλακτική πρόταση, προκειμένου να συμβάλλει με αυτόν τον τρόπο στη δημιουργία σοβαρών και αποτελεσματικών αντιστάσεων στην Ελλάδα. Η αναδιάρθρωση του χρέους, με διαγραφή σημαντικού μέρους του, πρέπει να είναι στον πυρήνα μιας τέτοιας πρότασης.

10.2. Να προσπαθήσει να σπάσει τους ιδεολογικούς δεσμούς που συνδέουν τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και τους ελεύθερους επαγγελματίες με τις μεγάλες επιχειρήσεις, ελληνικές και ξένες, στο όνομα της ιερότητας της ατομικής ιδιοκτησίας, της «προστασίας της περιουσίας», του «δικαιώματος» στη φοροδιαφυγή, της αντικοινωνικότητας, του σεξισμού, της ευσέβειας και του πουριτανισμού, της περιφρόνησης και κατασυκοφάντησης των δημόσιων αγαθών.

10.3. Να χρησιμοποιήσει την κρίση ως «ευκαιρία» σφοδρής κριτικής της ανορθολογικότητας, της αστάθειας και της αδικίας του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, δηλαδή του καπιταλισμού της εποχής μας. Είναι εξοργιστικό η ανθρωπότητα να εξαρτάται από τη διάθεση και τα σχέδια των hedge funds και των μεγάλων τραπεζών. Οι «αγορές» δεν μπορούν να ρυθμίζουν τη ζωή μας.

10.4. Να καταγγείλει την αρχιτεκτονική της ΕΕ, όπως αυτή εκφράζεται στη συνθήκη της Λισαβόνας και ταυτόχρονα να προπαγανδίσει την «επανίδρυση της Ευρώπης» σε νέες βάσεις που θα βασίζονται στη βούληση των ευρωπαϊκών λαών.

10.5. Να προσπαθήσει να οικοδομήσει ευρείες πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες σε εθνικό και νοτιοευρωπαϊκό (γουρουνίστικο) επίπεδο, καθώς και σε επίπεδο ΕΕ, με στόχο κοινές αντιστάσεις και κινητοποιήσεις κυρίως εντός του ΚΕΑ και σε συνεργασία με το ΕΚΦ. Στο πλαίσιο του ΚΕΑ να συμβάλλει στην κατάρτιση ενός κοινού αριστερού προγράμματος ευρωπαϊκής διεξόδου από την κρίση.

10.6. Να αποφύγει να πέσει στην παγίδα της υπεράσπισης του «εθνικού συμφέροντος», στηρίζοντας «εθνικά κοινωνικά συμβόλαια». Παρά τους ισχυρισμούς που προβάλλουν τα κόμματα εξουσίας με στόχο την εξασφάλιση διαταξικής στήριξης, γενικώς στα κοινωνικά ζητήματα δεν υπάρχουν λύσεις όπου όλοι είναι κερδισμένοι (win-win solutions, που θα έλεγε και ο κ. Παπανδρέου) και αυτό ισχύει κυρίως σε μια μεγάλη κρίση όπως η σημερινή. Το ίδιο, κατ’ αναλογία, ισχύει με την δημιουργία διαταξικών «αντι-ιμπεριαλιστικών» μετώπων.

11. Μπορεί η ελληνική αριστερά να δώσει τον αγώνα κατά του μνημονίου ενωμένη; Θεωρητικά ναι, αν τα επιμέρους κόμματα, άλλες συλλογικότητες ή ρεύματα ιδεών περιορίζονται σε αγωνιστικές αντιστάσεις και διεκδικήσεις, με βάση έναν κοινό ελάχιστο παρανομαστή. Με την πείρα που έχω από την συμμετοχή στο ΕΚΦ πίστευα, μέχρι πρόσφατα, ότι αυτό ήταν εν μέρει δυνατό στην εκτός ΚΚΕ αριστερά, αν κάποιοι δεν πρόβαλαν το αίτημα της πολιτικής ενοποίησης και κάποιες δεν μιλούσαν για την έξοδο της χώρας από την ΕΕ ή την διάλυσή της. Σήμερα, δυστυχώς, δεν είμαι αισιόδοξος. Από ό,τι φαίνεται, η κρίση μάλλον εμποδίζει τις συγκλίσεις, ακριβώς τη στιγμή που αυτές είναι απαραίτητες. Ας μην χάσουμε όμως τις ελπίδες μας. 

*Ο Χάρης Γολέμης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς. Το κείμενο είναι η ομιλία του στο διήμερο υπό τον γενικό τίτλο "", που οργάνωσε το Ινστιτούτο στις 13 και 14 Δεκεμβρίου 2010 στη Θεσσαλονίκη, με τη συμμετοχή των Μάικλ Λίμποβιτς, Μάρτα Χάρνεκερ, Νικόλα Σεβαστάκη, Γιάννη Δραγασάκη και Χρήστου Λάσκου. Όλες οι ομιλίες του διημέρου βρίσκονται στη διαδικτυακή πύλη alterthess.gr.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου