...

...

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Δημοκρατία και αγορά στον 21ο αιώνα

Έρικ Χομπσμπάουμ: "Η εξασθένηση των εθνικών κρατών επηρεάζει ήδη αρνητικά τις προοπτικές της δημοκρατίας".
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το νέο βιβλίο του βρετανού ιστορικού Ερικ Χομπσμπάουμ «La fine dello stato», Rizzoli, 2007.
Σήμερα ο «λαός» είναι το θεμέλιο και το κοινό σημείο αναφοράς όλων των μορφών κρατικής διακυβέρνησης με εξαίρεση τη θεοκρατική. Και αυτό δεν είναι μόνον κάτι αναπόφευκτο αλλά είναι και κάτι ορθό, επειδή για να έχει κάποιον σκοπό η κυβέρνηση πρέπει να μιλάει στο όνομα και προς το συμφέρον όλων των πολιτών.
Στην εποχή του κοινού ανθρώπου, κάθε κυβέρνηση είναι κυβέρνηση του λαού και για το λαό, αν και σαφώς δεν μπορεί να είναι, με κανένα λειτουργικό τρόπο, μια διακυβέρνηση που ασκείται άμεσα από το λαό. Αυτή η αρχή δεν βασίζεται μόνον στην ιδέα της ισότητας των λαών, οι οποίοι δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να αποδεχθούν μια κατώτερη θέση σε μιαν ιεραρχική κοινωνία κυβερνώμενη από ανθρώπους «από φυσικό δίκαιο» ανώτερους, αλλά και στο γεγονός ότι μέχρι τώρα τα κοινωνικά συστήματα, οι οικονομίες και τα σύγχρονα εθνικά κράτη δεν μπόρεσαν να λειτουργήσουν χωρίς την παθητική στήριξη αλλά και την ενεργητική συμμετοχή και κινητοποίηση παρά πολλών από τους πολίτες τους.
Αυτή η αρχή αντιπροσωπεύει την κληρονομιά του 20ού αιώνα. Θα είναι όμως ακόμα η βάση των λαϊκών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανόμενης και της φιλελευθερο-δημοκρατικής κυβέρνησης, στον 21ο αιώνα; Η θέση μου είναι ότι η τωρινή φάση της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης την απειλεί στις ρίζες της και ότι αυτό θα έχει -και μάλιστα ήδη έχει- σοβαρές επιπτώσεις σε ό,τι αφορά τη φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως αυτή γίνεται σήμερα αντιληπτή. 
Η τωρινή δημοκρατική πολιτική, πράγματι, βασίζεται σε δύο παραδοχές, η μία από τις οποίες είναι ηθική -ή, αν προτιμάτε, θεωρητική- και η άλλη πρακτική. Ηθικά μιλώντας, η δημοκρατική πολιτική απαιτεί τη ρητή υποστήριξη του καθεστώτος από την πλειοψηφία των πολιτών, που υποτίθεται ότι αποτελούν και το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του κράτους. Όσο όμως και αν ήταν δημοκρατικές οι διατάξεις που ίσχυαν για τον λευκό πληθυσμό της Νότιας Αφρικής του απαρτχάιντ, ένα καθεστώς το οποίο στερούσε μόνιμα το δικαίωμα ψήφου από τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού του δεν μπορεί να θεωρείται δημοκρατικό.
Οι πράξεις με τις οποίες εκφράζεται η συγκατάθεση στη νομιμότητα ενός πολιτικού συστήματος, όπως η περιοδική ψήφος στις εκλογές, μπορούν να είναι κάτι παραπάνω από συμβολικές. Στην πραγματικότητα, είναι εδώ και πολύ καιρό κοινός τόπος μεταξύ των πολιτειολόγων το να λένε ότι μόνον μια περιορισμένη μειοψηφία πολιτών συμμετέχει σταθερά και ενεργητικά στη ζωή του κράτους τους ή μιας μαζικής οργάνωσης. Αυτό καταλήγει να ευνοεί εκείνους που διοικούν. Και πράγματι, εδώ και καιρό οι συντηρητικοί στοχαστές και πολιτικοί εύχονται τη διάδοση ενός ορισμένου βαθμού πολιτικής απάθειας. Αυτές οι πράξεις όμως είναι σημαντικές. 
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν ολοφάνερη απόσυρση των πολιτών από τη σφαίρα της πολιτικής. Η συμμετοχή στις εκλογές εμφανίζεται σε ελεύθερη πτώση στις περισσότερες από τις φιλελευθερο-δημοκρατικές χώρες. Αν οι λαϊκές εκλογές είναι το πρώτο κριτήριο δημοκρατικής αντιπροσωπευτικότητας, σε ποιο βαθμό είναι δυνατό να μιλάμε για δημοκρατική νομιμότητα μιας εξουσίας που εκλέγεται από το ένα τρίτο του δυνητικού εκλογικού σώματος (το Κοινοβούλιο των Ηνωμένων Πολιτειών) ή, όπως έγινε πρόσφατα στις βρετανικές δημοτικές εκλογές και στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, από κάτι όπως το 10 ή 20% του εκλογικού σώματος; Ή για έναν αμερικανό πρόεδρο που εκλέχθηκε από λίγο περισσότερο από το μισό του 50% των Αμερικανών που έχουν δικαίωμα ψήφου;
Στην πρακτική πλευρά, οι κυβερνήσεις των σύγχρονων εθνικών ή εδαφικών κρατών βασίζονται σε τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, ότι έχουν περισσότερη εξουσία από άλλες ενώσεις που δρουν στο έδαφός τους. Δεύτερον, ότι οι κάτοικοι των εδαφών τους αποδέχονται, λιγότερο ή περισσότερο εθελούσια, την εξουσία τους. Και τρίτον, ότι αυτές οι κυβερνήσεις είναι σε θέση να προμηθεύουν στους πολίτες εκείνες τις υπηρεσίες τις οποίες δεν θα ήταν διαφορετικά δυνατό να προμηθευτούν, τουλάχιστον όχι με την ίδια αποτελεσματικότητα. Στα τελευταία τριάντα ή σαράντα χρόνια αυτές οι προϋποθέσεις έχουν βαθμιαία χάσει την εγκυρότητά τους.
Σε πρώτο επίπεδο, παρ' όλο που είναι ακόμα κατά πολύ ισχυρότερα από οποιονδήποτε εσωτερικό αντίπαλο, ακόμα και τα πιο ισχυρά, τα πιο σταθερά και τα πιο αποτελεσματικά κράτη έχουν χάσει το απόλυτο μονοπώλιο της δύναμης καταναγκασμού, χάρη στην πλημμυρίδα νέων φορητών εργαλείων καταστροφής, τα οποία σήμερα εύκολα μπορούν να αποκτήσουν μικρές ομάδες διαφωνούντων, και χάρη στην ακραία τρωτότητα της σύγχρονης ζωής απέναντι στις απρόβλεπτες ανατροπές, όσο μικρές και αν είναι. Σε δεύτερο επίπεδο, άρχισαν να κλονίζονται ακόμα και τα δύο πιο στέρεα στηρίγματα μιας σταθερής κυβέρνησης, δηλαδή (στις χώρες που διαθέτουν λαϊκή νομιμοποίηση) ή αφοσίωση των πολιτών και η διαθεσιμότητά τους να υπηρετούν τα κράτη, και (στις χώρες όπου αυτή η λαϊκή νομιμοποίηση λείπει) η άμεση υπακοή σε μια συντριπτική και αδιαμφισβήτητη κρατική εξουσία. Χωρίς το πρώτο στήριγμα, οι ολικοί πόλεμοι που βασίζονται στην υποχρεωτική στρατολογία και στην εθνική κινητοποίηση θα ήταν αδύνατοι, έτσι όπως θα ήταν αδύνατη και η αύξηση των φορολογικών εσόδων των κρατών μέχρι το σημερινό ποσοστό του ΑΕΠ (έσοδα που μπορούν σήμερα να υπερβαίνουν το 40% του ΑΕΠ σε ορισμένες χώρες και το 20% ακόμα και στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σουηδία). 
Χωρίς το δεύτερο στήριγμα, όπως μας δείχνει η ιστορία της Αφρικής και μεγάλων περιοχών της Ασίας, μικρές ομάδες Ευρωπαίων δεν θα είχαν μπορέσει να διατηρήσουν για γενεές τον έλεγχο στις αποικίες με ένα σχετικά μέτριο τίμημα.
Η τρίτη προϋπόθεση απειλήθηκε όχι μόνον από την εξασθένηση της κρατικής εξουσίας αλλά και, με αφετηρία τη δεκαετία του 1970, από μιαν επιστροφή των πολιτικών και των ιδεολόγων σε μια κριτική του κράτους βασιζόμενη σε ένα υπερβολικά ριζοσπαστικό οικονομικό φιλελευθερισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο ρόλος του ίδιου του κράτους πρέπει να μειωθεί με κάθε τίμημα. 
Αυτή η κριτική υποστηρίζει -περισσότερο από ένα είδος θεολογικής πίστης παρά με βάση πρόδηλα ιστορικά στοιχεία- ότι κάθε υπηρεσία που μπορούν να προμηθεύουν οι δημόσιες αρχές ή είναι κάτι το ανεπιθύμητο ή θα μπορούσε να την προμηθεύει καλύτερα, πιο αποτελεσματικά και πιο φθηνά η «αγορά».
Με αφετηρία εκείνη την περίοδο, η αντικατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών από ιδιωτικές ή ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες υπήρξε μαζική. Δραστηριότητες χαρακτηριστικές μιας εθνικής ή τοπικής κυβέρνησης, όπως τα ταχυδρομεία, οι φυλακές, τα σχολεία, οι υπηρεσίες ύδρευσης ή ακόμα και οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας παραχωρήθηκαν (ή μετατράπηκαν) σε εμπορικές επιχειρήσεις. Οι δημόσιοι υπάλληλοι μετατάχθηκαν σε ανεξάρτητα γραφεία ή αντικαταστάθηκαν από ιδιωτικούς υπεργολάβους. Ακόμα και ορισμένοι τομείς του στρατιωτικού μηχανισμού δόθηκαν σε υπεργολαβίες. Και φυσικά ο τρόπος δράσης των ιδιωτικών επιχειρήσεων -που αποβλέπουν στη μεγιστοποίηση των κερδών- έγινε το υπόδειγμα με το οποίο κάθε κυβέρνηση επιδιώκει να εναρμονιστεί. Και στο μέτρο που συμβαίνει αυτό, το κράτος τείνει να εμπιστεύεται ιδιωτικούς οικονομικούς μηχανισμούς, για να υποκαθιστά την ενεργητική και παθητική κινητοποίηση των πολιτών του. 
Ταυτόχρονα, είναι αδύνατο να αρνηθούμε ότι στις πλούσιες χώρες του κόσμου οι εξαιρετικοί θρίαμβοι της οικονομίας θέτουν στη διάθεση του μεγαλύτερου μέρους των καταναλωτών περισσότερα από όσα οι κυβερνήσεις ή η συλλογική δράση έχουν υποσχεθεί ή προσφέρει στο παρελθόν, σε πιο φτωχούς καιρούς.
Αλλά το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς εδώ. Το ιδεώδες της κυριαρχίας της αγοράς δεν είναι συμπληρωματικό στοιχείο, αλλά είναι μάλλον μια εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. 
Πράγματι, αυτό το ιδεώδες είναι μια εναλλακτική δυνατότητα σε σχέση με κάθε είδους πολιτική, επειδή αρνείται την αναγκαιότητα πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες είναι ακριβώς αποφάσεις για τα κοινά ή ομαδικά συμφέροντα, στο βαθμό που αυτά διακρίνονται από το άθροισμα επιλογών -είτε είναι ορθολογικές είτε όχι- των μεμονωμένων ατόμων που επιδιώκουν τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα.
Επιπρόσθετα, η συνεχής διαδικασία κρίσης για να ανακαλύψουν τι θέλουν οι άνθρωποι, διαδικασία που ενεργοποιείται από την αγορά (και από τις έρευνες αγοράς), οφείλει υποχρεωτικά να είναι πιο αποτελεσματική από την περιστασιακή προσφυγή στην εκλογική καταμέτρηση.
Η συμμετοχή στην αγορά έρχεται να υποκαταστήσει τη συμμετοχή στην πολιτική. Ο καταναλωτής παίρνει τη θέση του πολίτη. Ο Φράνσις Φουκουγιάμα υποστήριξε πράγματι ότι η επιλογή κάποιου να μην ψηφίζει, έτσι όπως και η επιλογή του να κάνει τις αγορές του σε ένα σουπερμάρκετ και όχι σε ένα μικρό τοπικό μαγαζί, «αντανακλά μια δημοκρατική επιλογή που γίνεται από τους πληθυσμούς. Αυτοί θέλουν την κυριαρχία του καταναλωτή». Αναμφίβολα την θέλουν, αλλά αυτή η επιλογή είναι συμβατή με αυτό που έχουμε μάθει να θεωρούμε ως ένα φιλελεύθερο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα;
'Ετσι, το κυρίαρχο εδαφικό κράτος (ή η κρατική ομοσπονδία), που αποτελεί το θεμελιώδες πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτικής και κάθε άλλης πολιτικής, είναι σήμερα πιο αδύναμο από χθες. Η εμβέλεια και η αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων του έχουν μειωθεί σε σχέση με το παρελθόν. Η εξουσία του πάνω στην παθητική υπακοή ή στην ενεργητική προσφορά των υπηκόων ή των πολιτών του παρακμάζει. Δυόμισι αιώνες αδιάκοπης ενίσχυσης της εξουσίας, του πεδίου δράσης, των φιλοδοξιών και της ικανότητας κινητοποίησης των σύγχρονων εδαφικών κρατών, όποιες και αν ήταν η φύση ή η ιδεολογία των καθεστώτων τους, φαίνεται να έχουν φτάσει στο τέρμα τους.
Η εδαφική ακεραιότητα των σύγχρονων κρατών -αυτό που οι Γάλλοι αποκαλούν «η μία και αδιαίρετη δημοκρατία»- δεν πρέπει να θεωρείται πλέον δεδομένη. Σε τριάντα χρόνια θα υπάρχει ακόμα μία και μοναδική Ισπανία -ή μια Ιταλία ή μια Μεγάλη Βρετανία- ως πρωταρχικό κέντρο της αφοσίωσης των πολιτών της;
Πρώτη φορά εδώ και ενάμιση αιώνα μπορούμε να θέτουμε ρεαλιστικά αυτό το ερώτημα. Και όλα αυτά δεν μπορεί παρά να επηρεάζουν τις προοπτικές της δημοκρατίας.

Από τον ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ
Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 02/03/2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου