...

...

Σάββατο, 22 Ιανουαρίου 2011

H Ευρώπη πάσχει από ξενοφοβία

Του Γιούργκεν Χάμπερμας*


Από το τέλος Αυγούστου η Γερμανία έχει κλονιστεί από κύματα πολιτικών αναταραχών πάνω στα θέματα της ενσωμάτωσης, της πολυπολιτισμικότητας και της «εθνικής» κουλτούρας ως «κρατούσας κουλτούρας» (Leitkultur). Αυτή η δημόσια συζήτηση, με τη σειρά της, ενισχύει τις τάσεις ξενοφοβίας στη ευρύτερη κοινή γνώμη.
Οι τάσεις αυτές είναι εμφανείς εδώ και πολλά χρόνια σε μελέτες και στοιχεία ερευνών, που δείχνουν μια σιωπηλή αλλά αυξανόμενη εχθρότητα προς τους μετανάστες. Ωστόσο, είναι σαν μόλις τώρα να απόκτησαν φωνή. Τα συνήθη στερεότυπα εγκαταλείπουν τους λαϊκούς χώρους συζητήσεων και προωθούνται σε μια εξ εφόδου κατάληψη των τηλεοπτικών εκπομπών, επενδύοντας το λόγο των πολιτικών, που θέλουν να προσελκύσουν ψηφοφόρους οι οποίοι διαφορετικά θα παρασύρονταν πολύ πιο δεξιά.
Δύο γεγονότα προκάλεσαν ένα μείγμα συναισθημάτων, που δεν είναι πλέον εύκολο να εντοπιστεί στην κλίμακα από τα αριστερά προς τα δεξιά: ένα βιβλίο του Τίλο Ζαρατσίν, μέλους του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του διοικητικού συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας της Γερμανίας, και μια ομιλία του νέου ομοσπονδιακού προέδρου της Γερμανίας, Κριστιάν Βουλφ.

Το δηλητήριο της πολιτισμικής εχθρότητας
Όλα ξεκίνησαν με την κυκλοφορία προκλητικών αποσπασμάτων του βιβλίου «Η Γερμανία καταργεί τον εαυτό της», που υποστηρίζει ότι το μέλλον της Γερμανίας απειλείται από την «κακή» μετανάστευση, κυρίως από μουσουλμανικές χώρες. Στο βιβλίο αυτό αναπτύσσονται προτάσεις για δημογραφικές πολιτικές, που πυροδοτούν διακρίσεις κατά της μουσουλμανικής μειονότητας στηριζόμενες σε έρευνες που οδηγούν σε ψευδή βιολογικά συμπεράσματα. Οι προτάσεις αυτές έχουν αποκτήσει ασυνήθιστα ευρεία δημοσιότητα και λαϊκή υποστήριξη. Μια δημοσκόπηση διαπίστωσε ότι περισσότερο από το ένα τρίτο των Γερμανών συμφώνησε με την πρόγνωση του Ζαρατσίν ότι στη Γερμανία «ο μέσος όρος νοημοσύνης θα έπεφτε όλο και πιο χαμηλά», ως αποτέλεσμα της μετανάστευσης πληθυσμών από τις μουσουλμανικές χώρες.
Χρειάστηκε να περάσουν αρκετές εβδομάδες πριν εμφανιστεί ένας αξιόλογος κοινωνιολόγος, ο Αρμίν Νασεχί, για να αναιρέσει τη ψευδο-επιστημονική ερμηνεία των σχετικών στατιστικών στοιχείων, δείχνοντας ότι αυτή στηρίχτηκε σε μεθόδους μέτρησης της ευφυΐας που είχαν ήδη απαξιωθεί επιστημονικά στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από δεκαετίες.
Το δηλητήριο, ωστόσο, που ο Ζαρατσίν είχε διοχετεύσει ενισχύοντας την πολιτισμική εχθρότητα προς τους μετανάστες, έμοιαζε να έχει ριζώσει στις λαϊκές προκαταλήψεις. 
Εν μέσω της διαμάχης που προέκυψε, ο Ζαρατσίν αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της Bundesbank. Αλλά αυτό θεωρήθηκε ως υπερβολική αντίδραση. Άλλωστε, δεν ήταν η ίδια η καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, που αποδοκίμασε το βιβλίο χωρίς να το έχει διαβάσει; Δεν ήταν εκείνη που έκανε στροφή 180 μοιρών λέγοντας στα νέα μέλη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ότι η πολυπολιτισμικότητα είχε πλέον αποτύχει στη Γερμανία; Και δεν ήταν ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, που συνάντησε αντίσταση μέσα στο ίδιο το κόμμα του, όταν πρότεινε την αποβολή του αντιπαθούς συντρόφου από τις τάξεις του;

Το αποδιοπομπαίο Ισλάμ
Το δεύτερο ανησυχητικό γεγονός τις τελευταίες εβδομάδες ήταν η αντίδραση που σημειώθηκε σε μια ομιλία του προέδρου Κρίστιαν Βουλφ, όταν πήρε το θάρρος να πει κάτι που οι πρώην πρόεδροι είχαν ήδη αναφέρει, ότι όχι μόνο ο Χριστιανισμός και ο Ιουδαϊσμός, αλλά και «το Ισλάμ ανήκει επίσης στη Γερμανία».
Η ομιλία του προέδρου έγινε δεκτή με επευφημίες στην Ομοσπονδιακή Βουλή. Αλλά την επόμενη μέρα ο συντηρητικός τύπος δεν συναίνεσε στη θέση του για το Ισλάμ. Το θέμα έχει από τότε προκαλέσει μια διάσταση στο εσωτερικό του κόμματός του, της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης. Είναι αλήθεια ότι, αν και η κοινωνική ένταξη των Τούρκων εργαζομένων και των απογόνων τους θεωρείται γενικά επιτυχημένη στη Γερμανία, σε ορισμένες οικονομικά υποβαθμισμένες περιοχές εξακολουθούν να υπάρχουν προβληματικές γειτονιές μεταναστών που τους έχουν αποκλείσει από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Αλλά αυτά τα προβλήματα έχουν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί από τη γερμανική κυβέρνηση. Ο πραγματικός λόγος ανησυχίας είναι ότι, τα περιστατικά του Ζαρατσίν και του Βουλφ δείχνουν πως οι ψύχραιμοι πολιτικοί ανακαλύπτουν ότι μπορούν να εκτρέψουν τις κοινωνικές ανησυχίες των ψηφοφόρων τους σε εθνικιστική επιθετικότητα εναντίον των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων.
Το καλύτερο παράδειγμα αποτελεί ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας κ. Χορστ Ζέεχοφερ, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει «τους μετανάστες από άλλους πολιτισμούς» επιζήμιους και ζήτησε να σταματήσει η «μετανάστευση από την Τουρκία και τις αραβικές χώρες». Αν και οι στατιστικές δείχνουν καθαρή εκροή μεταναστών τουρκικής καταγωγής, ο κ. Ζέεχοφερ επικαλείται τη φοβική εικόνα της ανεξέλεγκτης μάζας κοινωνικών παρασίτων, που συνωστίζονται στα δίκτυα κοινωνικής πρόνοιας ως έναν μέσο υποστήριξης των δικών του πολιτικών στόχων.
Για να ακριβολογούμε, η κακή συνήθεια της αναμόχλευσης πολιτικών προκαταλήψεων είναι φαινόμενο που εκτείνεται πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας. Στη Γερμανία, τουλάχιστον, η κυβέρνηση δε βασίζεται, όπως στην Ολλανδία, στην υποστήριξη ενός δεξιού λαϊκιστική όπως ο Γκέερτ Βίλντερς. Σε αντίθεση με την Ελβετία, δεν υπάρχει απαγόρευση κατασκευής μιναρέδων. Και τα συγκριτικά ευρωπαϊκά στοιχεία έρευνας σχετικά με την εχθρότητα προς τους μετανάστες δεν παρουσιάζουν ακραία ποσοστά για τη Γερμανία.
Όμως οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία, λόγω της φρικτής ιστορίας της, δεν έχουν απαραιτήτως την ίδια σημασία όπως έχουν σε άλλες χώρες. Επομένως, υπάρχουν λόγοι ανησυχίας ότι το «παλαιό» πνεύμα μπορεί να αναγεννηθεί;
Εξαρτάται τι εννοούμε με τον όρο «παλαιό». Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια αναβίωση της νοοτροπίας της δεκαετίας του 1930. Είναι μια αναζωπύρωση των αντιπαραθέσεων των αρχών της δεκαετίας του 1990, όταν χιλιάδες πρόσφυγες έφθασαν από την πρώην Γιουγκοσλαβία, πυροδοτώντας μια συζήτηση σχετικά με αυτούς που ζητούν άσυλο. Η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση και το αδελφό βαυαρικό κόμμα της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωσης συμφώνησαν με τη θέση ότι η Γερμανία «δεν ήταν χώρα υποδοχής μεταναστών». Εκείνη την εποχή ξενώνες για τους πρόσφυγες παραδόθηκαν στις φλόγες, ενώ ακόμα και οι Σοσιαλδημοκράτες συμφώνησαν στο Κοινοβούλιο σε έναν άθλιο συμβιβασμό σχετικά με το δίκαιο του ασύλου.

Η «κρατούσα κουλτούρα»
Η διαμάχη είχε ήδη ενισχυθεί από την αίσθηση μιας απειλής για την εθνική κουλτούρα, η οποία έπρεπε να εδραιωθεί ως «κρατούσα κουλτούρα» (Leitkultur) και την οποία όλοι οι νεοφερμένοι πρέπει να ακολουθήσουν. Ωστόσο, η διαμάχη της δεκαετίας του 1990 οφείλεται επίσης και στο γεγονός ότι η Γερμανία είχε πρόσφατα επανενωθεί ακολουθώντας μια επίπονη πορεία στηριγμένη σε μια δημοκρατική ανάγνωση του Συντάγματος.
Σήμερα, η ιδέα της «κρατούσας κουλτούρας» (Leitkultur) βασίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι το φιλελεύθερο κράτος πρέπει να απαιτεί από τους μετανάστες όχι μόνο την εκμάθηση της γλώσσας της χώρας και την αποδοχή των αρχών του Συντάγματος. Χρειαζόταν, και προφανώς ακόμα χρειάζεται, να ξεπεράσουμε την άποψη ότι οι μετανάστες οφείλουν να αφομοιώνουν τις «αξίες» του πολιτισμού της πλειοψηφίας του πληθυσμού και να υιοθετούν τις «συνήθειές» της.
Το γεγονός ότι βιώνουμε μια επάνοδο σε αυτή την εθνική ερμηνεία του δημοκρατικού συντάγματός μας είναι αρκετά αρνητικό. Τα πράγματα δε βελτιώνονται επειδή η «κρατούσα κουλτούρα» (Leitkultur) σήμερα δεν ορίζεται από το «γερμανικό πολιτισμό», αλλά από τη θρησκεία. Με μια αλαζονική οικειοποίηση του Ιουδαϊσμού - και μια απίστευτη αδιαφορία για την τύχη των Εβραίων που υπέφεραν στη Γερμανία – οι απολογητές της Leitkultur σήμερα επικαλούνται την «ιουδαιο-χριστιανική παράδοση», η οποία διακρίνει «εμάς» από τους ξένους.

Η επικράτηση του μη πολιτικού
Δεν υποτιμώ την έκταση των συσσωρευμένων εθνικιστικών συναισθημάτων, ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται μόνο στη Γερμανία. Ωστόσο, υπό το φως των εξελίξεων, μια άλλη τάση είναι πιο ανησυχητική: η αυξανόμενη προτίμηση για μη πολιτικού χαρακτήρα στοιχεία που εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή, η οποία παραπέμπει σε ένα προβληματικό γνώρισμα της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας, όπως είναι η απόρριψη των πολιτικών κομμάτων και της κομματικής πολιτικής.
Κατά τη διάρκεια της εκλογής προέδρου από τη Βουλή το περασμένο καλοκαίρι, ο Γιόακιμ Γκάουκ, πολιτικά άπειρος και μη κομματικά συνδεδεμένος υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ήταν υποψήφιος αντίπαλος του Βούλφ, ενός πολιτικού καριέρας. Ενάντια στην πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, ο Γκάουκ, ένας προτεστάντης ιερέας με ιστορικό αντιπολίτευσης στο παλιό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, κέρδισε τις καρδιές του ευρύτερου πληθυσμού, και λίγο έλειψε να κερδίσει τις εκλογές.
Την ίδια λαχτάρα για χαρισματικές προσωπικότητες που βρίσκονται πάνω από πολιτικές αντιπαλότητες, μπορεί να δει κανείς στην αινιγματική δημοτικότητα του αριστοκρατικού υπουργού Άμυνας, Καρλ Θίοντορ Γκούτενμπεργκ, ο οποίος με όχι πολύ περισσότερα προσόντα από την ιστορία της οικογένειάς του, τους εκλεπτυσμένους τρόπους και τη συνετή του εμφάνιση, έχει καταφέρει να επισκιάσει τη φήμη της Άνγκελας Μέρκελ.

Το φαινόμενο της Στουτγκάρδης
Ακόμα μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το είδος των διαδηλώσεων που βλέπουμε στη Στουτγκάρδη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν κατέβει στους δρόμους ενάντια στο σχέδιο της ομοσπονδιακής εταιρείας σιδηροδρόμων να κατεδαφίσει τον παλαιό κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό. Οι διαμαρτυρίες που συνεχίζονται εδώ και μήνες, θυμίζουν τον αυθορμητισμό της εξωκοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης της δεκαετίας του 1960. Σε αντίθεση με τότε όμως, σήμερα άνθρωποι όλων των ηλικιών και ομάδων του πληθυσμού βγαίνουν στους δρόμους. Ο άμεσος στόχος είναι συντηρητικός: η διατήρηση ενός οικείου κόσμου, στον οποίο η πολιτική έρχεται και παρεμβαίνει ως εκτελεστικό όργανο της υποτιθέμενης οικονομικής προόδου.
Στο βάθος, όμως, υπάρχει ένα ζήτημα κατανόησης της δημοκρατίας στη χώρα μας. Η κυβέρνηση του κρατιδίου του Βάδης-Βυρτεμβέργης, όπου βρίσκεται η Στουτγκάρδη, αντιμετωπίζει το ζήτημα σαν ένα απλό ερώτημα σχετικά με το κατά πόσον η κυβέρνηση μπορεί νόμιμα να σχεδιάσει αυτά τα μακροπρόθεσμα μεγάλα έργα. Ο δε πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου έσπευσε να υπερασπιστεί το έργο με το επιχείρημα ότι το εκλογικό σώμα έχει ήδη ψηφίσει για το έργο πριν από 15 χρόνια, και έτσι δεν είχε κάτι παραπάνω να πει σήμερα για την εκτέλεσή του.
Αλλά από τότε έχει προκύψει ότι οι αρχές δεν παρείχαν στην πραγματικότητα επαρκείς πληροφορίες, ώστε να έχουν οι πολίτες την ευκαιρία να διαμορφώσουν τεκμηριωμένη γνώμη, στην οποία θα μπορούσαν να είχαν βασίσει την ψήφο τους. Η επιμονή ότι δεν έχουν πια κάτι άλλο να πουν, βασίζεται σε μια φορμαλιστική αντίληψη για τη δημοκρατία. Το ερώτημα είναι το εξής: Η συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες σημαίνει απλώς λειτουργική φίμωση μιας ηττημένης μειοψηφίας, ή έχει την έννοια της ένταξης της επιχειρηματολογίας των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και βούλησης;

Μια παραιτημένη πολιτική τάξη
Τα κίνητρα που βρίσκονται πίσω από τα τρία φαινόμενα -φόβος των μεταναστών, έλξη προς χαρισματικούς μη πολιτικούς και οι λαϊκές εξεγέρσεις στη Στουτγκάρδη - είναι διαφορετικά. Αλλά συναντιούνται με κοινό αποτέλεσμα μια αυξανόμενη ανησυχία, όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με ένα εσωστρεφές και ολοένα και πιο ανήμπορο πολιτικό σύστημα. Όσο περισσότερο συρρικνώνεται το πεδίο δράσης για τις εθνικές κυβερνήσεις και όσο γίνεται πιο μειλίχια η πολιτική υποστήριξη σε ό,τι φαίνεται ως αναπόφευκτη οικονομική επιταγή, τόσο μειώνεται η εμπιστοσύνη των ανθρώπων σε μια παραιτημένη πολιτική τάξη. 
Αυτό που χρειάζεται στην Ευρώπη, είναι μια ανανεωμένη πολιτική τάξη, που ξεπερνάει την ηττοπάθειά της με την ενίσχυση της προοπτικής, της αποφασιστικότητάς της και του πνεύματος συνεργασίας. Η δημοκρατία εξαρτάται από τη δυνατότητα των ανθρώπων να πιστέψουν ότι υπάρχει το πεδίο που χρειάζεται για να διαμορφωθεί συλλογικά ένα πολλά υποσχόμενο μέλλον και να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που αυτό φέρνει.

*Ο Γιούργκεν Χάμπερμας είναι ομότιμος καθηγητής φιλοσοφίας 
στο Πανεπιστήμιο Γκέτε της Φραγκφούρτης, γνωστός για τις 
παρεμβάσεις του σε φιλοσοφικά, πολιτικά και πολιτισμικά ζητήματα.
Δημοσιεύθηκε στην ΕΠΟΧΗ 16/01/2011
 Απόδοση από τα αγγλικά: Κατερίνα Τσάκου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου