...

...

Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Χωρίς (οικογενειακή) ταυτότητα

ΤΟΥ ΘΑΝAΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤOΠΟΥΛΟΥ * 

Τον Μάρτιο του 1981, ο τότε πρωθυπουργός του Βελγίου, Χριστιανοδημοκράτης Β. Μάρτενς, προσπάθησε να «στρατεύσει» την πολυκομματική κυβέρνησή του σε μια πολιτική περικοπών και λιτότητας που απέβλεπε στην περιστολή του δημόσιου χρέους και την εξυγίανση των οικονομικών της χώρας του. Το εγχείρημα προσέκρουσε στην αντίδραση του συγκυβερνώντος Σοσιαλιστικού Κόμματος της χώρας - εφόσον, σύμφωνα με δήλωση ενός ηγετικού του στελέχους, «το δημόσιο χρέος, όπως ένα κοινό κρυολόγημα, έρχεται και φεύγει μόνο του»- και η κυβέρνηση έπεσε.
 Και αυτό το γεγονός δείχνει όμως πως, στην αποκαλούμενη «Δύση», τα κόμματα συγκρούονται, υποστηρίζοντας θέσεις, ορθές ή εσφαλμένες, δημαγωγικές ή -μακροπρόθεσμα- δημιουργικές, αλλά σε κάθε περίπτωση εκπορευόμενες από την ιδεολογική τους ταυτότητα. Στη δικομματική Ελλάδα, αντίθετα, οι θέσεις των κομμάτων εξουσίας προσδιορίζονται συνήθως από τα έδρανα που καταλαμβάνουν στο Κοινοβούλιο: αν είναι τα κυβερνητικά (που προσγειώνουν στον ρεαλισμό) ή αυτά της αντιπολίτευσης (που προκαλούν «φιλολαϊκό» οίστρο). Δεν ήταν, όμως, πάντα (ακριβώς) έτσι. Ειδικά, δε, δεν ήταν έτσι την περίοδο 1981-1993, που οι ταυτότητες ήταν πιο καθαρές. Πράγματι… 
Στην πρώτη κυβερνητική 8ετία του ΠΑΣΟΚ, ακολουθήθηκε «με συνέπεια» η πολιτική της χαζοχαρούμενης δημοσιονομίας, των πληθωρικών και πληθωριστικών παροχών, της υπερδιόγκωσης του δημόσιου τομέα, της αποδοχής του κρατικού παρεμβατισμού στην παραγωγή, του υπερδανεισμού βέβαια κ.ο.κ., δηλαδή μια πολιτική συνεκτικά αριστερή. Τη δε τριετία-τετραετία Μητσοτάκη που ακολούθησε, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η φάση Μάνου διαδέχτηκε την τραγική φάση Σουφλιά, καταβλήθηκε προσπάθεια για μια συνεκτικά δεξιά, αναπτυξιακή, φιλελεύθερη, αντικρατιστική και φιλοαστική πολιτική. 
Στη συνέχεια, την περίοδο Σημίτη προωθήθηκε, με αρκετές στρεβλώσεις και παλινωδίες, μια ήπια σύνθεση των δύο ταυτοτήτων, νοθευμένων και αφυδατωμένων αναμφίβολα, σύνθεση ασφαλώς όχι απόλυτα επιτυχής. Αμέσως μετά, δε, κατά την κυβερνητική περίοδο Καραμανλή-Αλογοσκούφη, επιχειρήθηκε η πιο παράλογη και ακατέργαστη σώρευση των πιο αντιφατικών επιλογών: μέτρα ακραία ταξικά και ευεργετικά για τα ανώτατα κοινωνικοεισοδηματικά στρώματα (π.χ. η μη φορολόγηση της μεγάλης ακίνητης περιουσίας ή η ουσιαστική φοροαπαλλαγή κληρονομιών και γονικών παροχών, ανεξαρτήτως ύψους), θεσμοθετήθηκαν παράλληλα, όχι τόσο με μέτρα αναπτυξιακής δυναμικής, αν και υπήρξε ένας περιορισμός στη φοροδίωξη της επιχειρηματικότητας, όσο με μια ασύλληπτη διόγκωση του κράτους και της αντιπαραγωγικής δημοσιοϋπαλληλίας (που, για να χρηματοδοτηθεί, μαζί βέβαια με την εξυπηρέτηση των παλαιότερων δανείων, προκάλεσε την εκτίναξη στα ουράνια του δημόσιου χρέους). 
Στις ημέρες του νεότερου Παπανδρέου όμως, εκτός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που υπό τη νέα της ηγεσία έχει χάσει επαφή με κάθε συνεκτικό λόγο, και η κυβερνητική παράταξη έχει βρεθεί χωρίς πολιτικοϊδεολογική ταυτότητα και ταυτοδοτικό πολιτικό λόγο: αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις πολιτικές που οδηγούν στο υπερδιογκωμένο Δημόσιο, στην ηγεμονία των κρατικοδίαιτων συνδικάτων, στον απολύτως αντιπαραγωγικό υπερδανεισμό για σπατάλες, στην άκρατη παροχολογία κ.ο.κ. Δεν έχει, όμως, μέχρι σήμερα δρομολογήσει καμία ριζοσπαστική θεσμική ρήξη -ούτε καν για την αποκατάσταση της ηρεμίας στα εμπορικά κέντρα των πόλεων - από αυτές που θα μπορούσαν να αναθερμάνουν την αγορά και να δώσουν, σχετικά γρήγορα, αναπτυξιακή δυναμική στην εθνική οικονομία. 
Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι εάν, υπό αυτές τις συνθήκες και σε αυτή την πραγματικότητα του κενού πολιτικής ταυτότητας, ο τόπος μπορεί να βρει κάποιο δρόμο, κάποια συνταγή, κάποια τέλος πάντων πολιτική οικογένεια με ιδεολογική ταυτότητα, που θα μπορούσε να προτείνει μια συνεκτική πορεία εξόδου από την κρίση. Υπάρχει ελπίδα; Ίσως, εάν σκεφτούμε πως και το μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα Έκτορα Μαλό «Χωρίς οικογένεια» ακολουθήθηκε από άλλο, έστω και λιγότερο επιτυχημένο, τιτλοδοτημένο «Με οικογένεια». Σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο τόπος χρειάζεται μια ηγεμονική πολιτική παράταξη, χωρίς διανοητική τρικυμία, δηλαδή με ταυτότητα, άρα αίσθηση στόχων και αντίστοιχα πρόσφορων μέσων. 
Ενδεχομένως, όσο το ημιθανές σώμα της κοινωνίας ακόμη αναπνέει, να μην είναι πάρα πολύ αργά.

*Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. 
Δημοσιεύθηκε στον Κόσμος του Επενδυτή 17 – 19/12/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου