...

...

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Αντιπαράθεση κυβέρνησης - πανεπιστημιακής «κοινότητας»: Τύπος ή ουσία;

Της Τασίας ΤΣΑΤΣΟΥΛΗ*

Στους κόλπους των πανεπιστημιακών και ειδικότερα στα λεγόμενα αυτοδιοικητικά όργανα των Πανεπιστημίων έχει ξεκινήσει η συζήτηση - αντιπαράθεση με τις προτάσεις της κυβέρνησης για τις νέες αντιδραστικές ανατροπές στο χώρο της ΑΕ. Έχει μια σημασία να παρακολουθήσει κανείς το εύρος και τη διακύβευση αυτής της αντιπαράθεσης.
Το σύνολο της «εναντίωσης» ακουμπάει κυρίαρχα σε δύο ζητήματα: α) «Τα όργανα διοίκησης του Πανεπιστημίου και ο πρύτανης δεν μπορεί να είναι εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας» και β) το ζήτημα της κρατικής χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων. Η επιμονή της κυβέρνησης σε αυτά τα ζητήματα είναι αιτία πολέμου «της πανεπιστημιακής κοινότητας» υποστηρίζουν αφού στην πράξη ακυρώνεται το άρθρο 16 του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει τις παραπάνω αρχές, όπως διατείνονται.
Η συζήτηση για τον πυρήνα των αναδιαρθρώσεων είτε μπαίνει ακροθιγώς για να προσελκύσει αφελείς διαθέσεις είτε αποφεύγεται. Γιατί άραγε; Δε θέλει πολλή σκέψη. Οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στην ΑΕ είναι ήδη μια πραγματικότητα.
Το πνεύμα και το γράμμα της Μπολόνια, οι στόχοι της Λισαβόνας έχουν κάνει ήδη μια μακριά διαδρομή στο Πανεπιστήμιο με τις πλάτες των πρυτανικών αρχών και των αυτοδιοικητικών οργάνων. Η αγωνία ευθυγράμμισης με τα γενόμενα του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου, της ανταγωνιστικότητας, δεν ήταν απλά η σημαία που κράτησαν όλη την προηγούμενη δεκαπενταετία αλλά και η πράξη που περπάτησαν. Η διάλυση των επιστημονικών αντικειμένων, η πολιορκία του προπτυχιακού κύκλου, οι πιστωτικές μονάδες, η πληθώρα των μεταπτυχιακών της πλάκας, τα δίδακτρα σε αυτά, η πληθώρα των διδακτορικών που είναι «αλφαδιασμένα» με τις επιχειρήσεις και τους στόχους τους είναι το απότοκο της πολιτικής της Μπολόνια και της Λισαβόνας που υλοποιήθηκε παρόλη την ύπαρξη του άρθρου 16 του Συντάγματος.
Μια υπενθύμιση από το πρόσφατο παρελθόν
Διαβουλεύονται με την κυβέρνηση την ανακάλυψη της Αμερικής όταν ήδη δουλεύουν στο έδαφός της! Είναι άραγε τυχαίο ότι μια μεγάλη μερίδα των πανεπιστημιακών δεν ακούμπησε ποτέ στα σοβαρά στο αίτημα της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στο Πανεπιστήμιο; Οι πανεπιστημιακοί που σήμερα καταλαμβάνουν κυρίως τις υψηλές βαθμίδες εξέλιξης, διάβηκαν μετά την μεταπολίτευση, με τον αέρα της «προοδευτικής σκέψης», τις πύλες των πανεπιστημίων και γρήγορα στελέχωσαν διοικήσεις κρατικών επιχειρήσεων και οργανισμών, μελετητικούς κρατικούς οργανισμούς, τα επιτελεία των αστικών κομμάτων, μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους.
Καθώς η πανεπιστημιακή τήβεννος άνοιγε νέους ελπιδοφόρους δρόμους, το αίτημα για αξιοπρεπές μισθολόγιο ήταν σε μια εύλογη πορεία μάλλον το κερασάκι στην τούρτα που έφερναν οι άλλες ενασχολήσεις και στη συνέχεια οι επιχειρήσεις, τα ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα.
Σε φάση που το Πανεπιστήμιο και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση διευρύνονταν, οι δίαυλοι με τις στρατηγικές του Ευρωπαϊκού χώρου σταθεροποιούνται, το ερευνητικό έργο έγινε ο φερετζές μιας πολιτικής που είχε μακροπρόθεσμη στρατηγική και στόχευση. Από την μια έδενε την αγωνία και την ανάγκη της επιστημονικής εξέλιξης και έρευνας, ζήτημα που ισχνά εξυπηρετούσε η κρατική χρηματοδότηση και από την άλλη γινόταν το διαβατήριο για την πιο εύπεπτη αποδοχή του ρόλου των επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο.
Σε εκείνη τη φάση φτιάχνονται οι Ειδικοί λογαριασμοί Ερευνάς στο Πανεπιστήμιο, πάντα με την «απλοχεριά» των αυτοδιοικητικών οργάνων και της Πανεπιστημιακής κοινότητας. Όσον αφορά στη λογοδοσία τους - που σήμερα είναι της μόδας - αυτή πραγματωνόταν από τα επιχειρηματικά συμφέροντα και την εξάγνιζε το ποσοστό που έπαιρνε το Πανεπιστήμιο και η κακομοίρα η βασική έρευνα. Μέσα από αυτούς τους λογαριασμούς περπάτησε σταθερά η είσοδος των επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο, στηρίχτηκαν τα γραφεία διασύνδεσης με τις επιχειρήσεις, διαμορφώθηκαν νέες στρατιές εργαζομένων και ερευνητών (συνήθως υπ. διδάκτορες) γύρω από Καθηγητές και προγράμματα που βοήθησαν στην άλωση των εργασιακών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο. Αυτές τις διαδρομές τις χτίσανε αντάμα οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με την συνδρομή των αυτοδιοικητικών οργάνων που - όχι από τύχη - απαρτίζονταν κυρίαρχα από δυνάμεις των δυο αστικών κομμάτων και, από κοντά, τις δυνάμεις του οπορτουνισμού.
«Εναντιώσεις» που αποδέχονται την αστική στρατηγική για το πανεπιστήμιο
Σήμερα πολλοί από αυτούς που σηκώνουν την σημαία για τη δήθεν πλήρη αυτοδιοίκηση (ακαδημαϊκή, διοικητική, οικονομική) του Πανεπιστημίου δεν προασπίζονται αυθόρμητα μια φενάκη ή μια ουτοπία που ποτέ δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει αλλά επιχειρούν συνειδητά, αξιοποιώντας αυθόρμητες διαθέσεις και αυταπάτες να ενισχύσουν και συντεχνιακές τους επιδιώξεις. Αυτές ζυμώθηκαν στο έδαφος των αυταπατών που γεννούσε η αιρετότητα, η συμμετοχή, η λεγόμενη αυτοτέλεια των Ιδρυμάτων, μια θεσμοθετημένη δομή που σε άλλη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης εξυπηρετούσε τις αστικές επιδιώξεις ενσωματώνοντας και ευνοϊκότερους συσχετισμούς στο κίνημα.
Η αναγκαιότητα να ευθυγραμμιστεί η παιδεία στις ανάγκες της κερδοφορίας και ανταγωνισμού των επιχειρήσεων είναι αδήριτη και δε χωρά καθυστερήσεις.
Γι' αυτό χρειάζεται να παραμεριστούν συντεχνιακές επιδιώξεις και θεσμοθετημένες δομές. Για να μπορέσουν να προχωρήσουν πιο αποφασιστικά οι αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις που θα αίρουν τα όποια εμπόδια υπάρχουν ακόμη για την είσοδο των μονοπωλιακών επιχειρήσεων στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης, ώστε να διαμορφώνεται ο ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος αγοράς και σε αυτή.
Επιδιώκεται πιο αποφασιστικά ο χώρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης να αναδειχθεί σε χώρο επενδύσεων για εκπαίδευση και κατάρτιση, για έρευνα και πιο εντατικά για την εφαρμοσμένη έρευνα, σε χώρο αναζήτησης και άντλησης εγκεφάλων, αναδείχνεται σε χώρο δηλαδή άμεσου ενδιαφέροντος και ανταγωνισμού των επιχειρήσεων.
Αυτή η στρατηγική δεν βρίσκει κάτω από την σημαία των πρόσφατων Πρυτανικών αποφάσεων καμιά ριζοσπαστική εναντίωση.
Η δομή και η διοίκηση φυσικά δεν είναι ένα ουδέτερο ζήτημα. Απασχολεί το αστικό σύστημα αφού μπορεί να καθυστερεί ή να δυσκολεύει τις στρατηγικές επιδιώξεις στο χώρο. Την πόρτα των αλλαγών την άνοιξε ο νόμος της ΝΔ με τους manager, τα τετραετή επιχειρησιακά προγράμματα, τον τρόπο συμμετοχής των φοιτητών. Οι αλλαγές αυτές δεν ήταν ανεμπόδιστες, ούτε περπάτησαν όσο επιδιωκόταν, ενώ σήμερα η καπιταλιστική οικονομική κρίση γίνεται το έδαφος για τη συνολική επιτάχυνσή τους. Σήμερα το κεφάλαιο θέλει να αξιοποιήσει πιο στενά το κύρος και τις υποδομές (υλικές και ανθρώπινες) του αστικού δημόσιου πανεπιστημίου για να εξυπηρετήσει πιο γοργά τις ανάγκες ανταγωνισμού και κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Αυτή είναι η κεντρική γραμμή της αστικής στρατηγικής και δεν είναι ούτε μεταφορά αγγλοσαξονικού ή άλλου μοντέλου όπως αποπροσανατολιστικά τονίζουν πολλές φορές. Είναι το μοντέλο δομής και διοίκησης του Πανεπιστημίου που επιβάλλει ο καπιταλιστικός τρόπος ανάπτυξης της χώρας, οι όροι ανταγωνισμού και η ένταξή της στους ευρωπαϊκούς μονοπωλιακούς στρατηγικούς σχεδιασμούς που στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης και των τρομοκρατικών διλημμάτων επιδιώκεται πιο βίαια να επιβληθεί.
Ο «ακαδημαϊκός χαρακτήρας» του Πανεπιστημίου ως «κοινωνικό κεκτημένο» της Ευρώπης που προβάλλεται σαν αντίλογος άμυνας κάποιων δυνάμεων, σοσιαλδημοκρατικών και οπορτουνιστικών αντιλήψεων, επιδιώκει να παραμερίσει τη σχέση οικονομίας και πολιτικής, να εμφανίσει το Πανεπιστήμιο μακριά από αυτή την σχέση.
Το Πανεπιστήμιο σαν μοναστήρι γενικής και αφηρημένης γνώσης σίγουρα δεν υπάρχει, αυτή την σχέση την έλυσε η αστική τάξη από τα πρώτα βήματά της, και αν ακόμη επιμένει κάποιος να μην πείθεται ας ρίξει μια ματιά στα μοναστήρια... που γίνανε επιχειρήσεις.
Η σύμπνοια της βασικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση στο ζήτημα της δομής και της διασφάλισης της κρατικής χρηματοδότησης, από τις συγκλήτους και την ΠΟΣΔΕΠ, είναι η κατάληξη μιας μακρόχρονης πορείας προσαρμογής της «Πανεπιστημιακής κοινότητας» στη στρατηγική του κεφαλαίου. Και οι δύο παράμετροι που επικαλούνται δεν διασφαλίζουν επ' ουδενί το Δημόσιο δωρεάν χαρακτήρα του Πανεπιστημίου και τον ενιαίο χαρακτήρα της Ανώτατης εκπαίδευσης. Δεν αμφισβητούν στο ελάχιστο την είσοδο των επιχειρήσεων στο χώρο της Ανώτατης εκπαίδευσης.
Τέτοιες «μάχες» εντός του «αγωνιστικού πλαισίου της ακαδημαϊκής κοινότητας», (πρυτανικών αρχών, ΠΟΣΔΕΠ, σοσιαλδημοκρατικών/οπορτουνιστικών δυνάμεων), που δεν αμφισβητούν τον πυρήνα των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων, είναι μάχες παραπλάνησης, αποπροσανατολισμού, ισχυροποιούν το αντιδραστικό πλαίσιο των αναδιαρθρώσεων, αφού χύνουν νερό στον ίδιο μύλο αυτόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Τι το διαφορετικό αντιτάσσει η πρόσφατη απόφαση των πρυτανικών αρχών στις προτάσεις της κυβέρνησης όταν αποδέχεται το σύστημα των πιστωτικών μονάδων, το Εθνικό πλαίσιο προσόντων, την αξιολόγηση εσωτερική και εξωτερική; Ποιο επιστημονικό αντικείμενο στηρίζει και ποιο πτυχίο όταν αποδέχεται την καρδιά της στρατηγικής της ΕΕ; Μήπως το «αυτοδιοίκητο» των οργάνων διοίκησης και η «εντοπιότητα» του πρύτανη μπορεί να σώσει τάχα την τιμή του αστικού Πανεπιστημίου και για ποιον άραγε;
Να ενισχυθεί το ριζοσπαστικό ρεύμα στα ΑΕΙ
Ο εκφυλισμός που διαπερνάει τα μέρη του «Πανεπιστημιακού κινήματος», η σχεδόν ανύπαρκτη συνδικαλιστική παρουσία του διδακτικού προσωπικού, η χειραγώγηση επιστημονική και ιδεολογική των κατώτερων βαθμίδων, ο εκφυλισμός στο φοιτητικό κίνημα που έχει πια ενηλικιωθεί και η πασίδηλη προσκόλλησή τους στα «αυτοδιοικητικά όργανα» ως μετερίζι άμυνας, δεν δείχνει παρά το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει το πραγματικά ριζοσπαστικό ρεύμα στους πανεπιστημιακούς, στους φοιτητές.
Η προσπάθεια που έχει ξεκινήσει το ΜΑΣ για την σταθεροποίηση του ριζοσπαστικού πόλου στους φοιτητές, δεν απαντάει μόνο σε μια κοινωνικοταξική ανάγκη. Απαντάει και από την άποψη της προοπτικής ώστε ένα κομμάτι του νέου επιστημονικού δυναμικού που διαμορφώνεται στα πανεπιστήμια και προέρχεται από τα εργατικά λαϊκά στρώματα να πάρει θέση δίπλα στον εργατικό κόσμο.
Για τους πανεπιστημιακούς εννοούμε ως ριζοσπαστικό ρεύμα αυτό που και η κοινωνική του αφετηρία και η δράση του μέσα στο κίνημα και η ορθολογική προσέγγιση της επιστήμης το κάνει ικανό να αντιλαμβάνεται το τι είναι σήμερα αναγκαίο και ρεαλιστικό για την κοινωνία και τον τρόπο οργάνωσής της. Είναι εκείνο το τμήμα που αποφασίζει να κάνει θυσίες αφήνοντας τη θαλπωρή της ακαδημαϊκής έδρας.
Στους Πανεπιστημιακούς μια τέτοια πορεία είναι διπλά και τριπλά δύσκολη. Το «αυτοδιοίκητο» δεν απέτρεψε κατ' ελάχιστο την ταξική και ιδεολογική επιλογή να λειτουργεί, ούτε μπορούσε να αναιρέσει τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου ως ιδεολογικού μηχανισμού του αστικού κράτους, με ιδιαίτερο ρόλο και δυνατότητες.
Η κεντρική επιλογή με τα μονοπώλια ή με το λαό θα κρίνει και το πού θα πάει το σημερινό Πανεπιστήμιο και το ποιος με ποιον.
Η συμπαράταξη των ριζοσπαστικών δυνάμεων στους Πανεπιστημιακούς, της ΔΗΠΑΚ με τις ταξικές δυνάμεις, με την μεριά των παραγωγών του πλούτου, είναι ζήτημα που αφορά την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Αφορά και την ανάγκη της σήμερα να μορφώνει τα παιδιά της, αφορά όμως κυρίαρχα το αύριο, την δυνατότητά της να ανοίξει την άλλη προοπτική, να οικοδομήσει την άλλη κοινωνία. Γιατί είναι και αναγκαίο και ρεαλιστικό να ανοίξει ο άλλος δρόμος ανάπτυξης,  αυτός που έχει στο κέντρο της τις σύγχρονες ανάγκες του λαού και της νεολαίας, με την αξιοποίηση για αυτό όλων των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, με κοινωνικοποίηση των βασικών και συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, με κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό, λαϊκό έλεγχο.
Στη βάση των παραπάνω μπορεί να είναι ελπιδοφόρος κάθε λόγος και κάθε αναζήτηση δράσης για το τι Πανεπιστήμιο και ποια παιδεία χρειαζόμαστε. Κάθε άλλη αναζήτηση ακόμη και αντιπαράθεση στο όνομα της «πανεπιστημιακής κοινότητας» έχει κοντά ποδάρια, μοιάζει και είναι τρικυμία στο φλιτζάνι των αστικών σχεδιασμών, ζήτημα που δεν αφορά και δεν μπορεί να συγκινεί την εργατική τάξη, το λαό και τη νεολαία του.

*Η Τασία Τσατσούλη είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνη του Τμήματος Παιδείας της ΚΕ

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ 24/12/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου