...

...

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Οι ευθύνες των πολιτών

Tου Πάσχου Μανδραβέλη

Να ξεκινήσουμε από τα πραγματικά στοιχεία: η πολιτική συμμετοχή έχει βάσανα, η πολιτική αποχή είναι εύκολη. Η πρώτη απαιτεί να θυσιάσεις τουλάχιστον ένα πρωινό ανά δύο ή τρία χρόνια, να στηθείς στην ουρά και να ψηφίσεις. Αφήστε, δε, που χρειάζεται κι ένα σχετικό διάβασμα (έστω των «κακών» εφημερίδων) να δεις και να συγκρίνεις προτάσεις. Η δεύτερη είναι πολύ πιο απλή: αράζεις στην παραλία, πετάς κι έναν αφορισμό του στυλ «εμένα δεν με εκφράζει κανένας» και νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες. Εκ των πραγμάτων λοιπόν η ροπή κάθε ανθρώπου πρέπει να είναι προς την αποχή. Η συμμετοχή έχει άμεσο κόστος και πολύ μακροπρόθεσμο όφελος, ενώ η αποχή έχει άμεσο όφελος και πολύ μακροπρόθεσμο κόστος.
Δεύτερον: είναι μεγάλη φιλελεύθερη κατάκτηση η ντε φάκτο αποποινικοποίηση της αποχής. Φυσικά πρέπει να αλλάξει και ο νόμος για να εκκαθαρίζεται το νομικό μας πλαίσιο από νεκρές διατάξεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να απενοχοποιηθεί πολιτικά η αποχή. Πρέπει να την ερμηνεύσουμε, αλλά όχι και να την δικαιολογήσουμε, να κατανοήσουμε τα κίνητρα, αλλά όχι και να τα δοξάζουμε.
Πολλοί οικτίρουν το πολιτικό σύστημα για τα μεγάλα ποσοστά αποχής. Έχουν εν μέρει δίκιο. Το πολιτικό σύστημα και δη το ελληνικό δεν είναι στα καλύτερά του. Μόνο που δια της αποχής των πολιτών, χειροτερεύει. Αντί δια της ψήφου να εκκαθαρίζονται τα χειρότερα στοιχεία του συστήματος και το πολιτικό δυναμικό να βελτιώνεται ένα βήμα κάθε φορά, δια της αποχής μένει περισσότερος χώρος ώστε οι μηχανισμοί (κομματικοί, συνδικαλιστικοί, επιχειρηματικοί) να διαμορφώνουν τα αποτελέσματα, όχι προς όφελος πάντα των πολιτών.
Από την άλλη, αυτή η συζήτηση περί του «κακού» συστήματος θυμίζει την αέναη κουβέντα που κάνουν τα πρωινάδικα για την αγορά. Στην Ελλάδα, φάγαμε χρόνια συζητώντας για την ακρίβεια. Τη φορτώσαμε στις πολυεθνικές (που μας πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας), σε μεσάζοντες (που ποτέ δεν βρήκαμε ποιοι είναι) και φυσικά στο κράτος που δεν μας προστάτευε την ώρα που απλώναμε το χέρι στο ράφι. Τα περισσότερα δάκρυα χύθηκαν για την τιμή του γάλακτος. Και όμως: μόλις βγήκε στην αγορά ένα ακριβότερο από τα ήδη ακριβά γάλατα πήρε σε ένα χρόνο το 17% της αγοράς. Κλαίγοντας το αγοράζαμε. Το μόνο που δεν σκεφτήκαμε είναι οι δικές μας επιλογές, το γεγονός ότι δεν ψάξαμε λίγο καλύτερα τα ράφια για να βρούμε τα φθηνότερα, με αποτέλεσμα να επιβραβεύουμε τους χειρότερους επιχειρηματίες, εκείνους που πουλούν φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Δυστυχώς η αγορά, όπως και η πολιτική, χρειάζεται και ανθρώπινη σκέψη και κυρίως ανθρώπινη δράση. Και όταν οι καταναλωτές αποφάσισαν να στραφούν στα φθηνά, και τα ακριβά έγιναν φθηνά.
Υπάρχει μια αντίληψη που ξεκινάει από τη γενιά της αμφισβήτησης και θεοποιεί το μαζικό, όποια μορφή και αν πάρει. Για τα άσχημα δεν φταίνε ποτέ τα άτομα, αλλά πάντα κάποιο σύστημα που δεν θέλγει. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ κανένα σύστημα που απαιτεί (έστω ελάχιστο) κόπο δεν θα μπορούσε να είναι θελκτικό. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρξει εκπαιδευτικό σύστημα που θα κάνει πιο θελκτική τη σχολική αίθουσα από την παραλία. Ας μην αναφερθούμε στην Ελλάδα. Ας μιλήσουμε για τη Γαλλία, όπου οι σχολικές αίθουσες είναι καλύτερες και οι παραλίες χειρότερες. Και εκεί η γενιά της αμφισβήτησης μονίμως σε κάποιο σύστημα ρίχνει τα βάρη για την αποχή των μαθητών από τις εκπαιδευτικές διαδικασίες.
Όμως, ο Γάλλος φιλόσοφος Λικ Φερί πιστεύει ότι η γενιά της αμφισβήτησης έκανε δύο λάθη στην εκπαίδευση: «Το πρώτο λάθος είναι πως πιστέψαμε ότι για να εργασθούν τα παιδιά, θα έπρεπε πρώτα να τους κινήσουμε το ενδιαφέρον. Προσπαθήσαμε να γοητεύσουμε τα παιδιά, να τα “αγκιστρώσουμε” μέσω ενός είδους “παιδαγωγικής της σαγήνευσης”: επιχειρήσαμε να προσελκύσουμε πρώτα τα παιδιά και μετά να τα βάλουμε να δουλέψουν. Η θέση μου είναι πως τα πράγματα συμβαίνουν ανάποδα: Πρώτα δουλεύουμε, μετά ενδιαφερόμαστε για το αντικείμενο της εργασίας μας. Επιπλέον, δυστυχώς, δεν γίνεται να υπάρξει γνώση χωρίς κόπο. Το δεύτερο λάθος είναι φυσικά η λατρεία της νεανικότητας, ο “νεανισμός”: Δεν παύουμε να λέμε στα παιδιά πόσο υπέροχο είναι να είναι κανείς νέος, πόσο καταστροφικό είναι να γερνάει κάποιος. Καθώς όμως αυτό που χωρίζει τη νεότητα από την ενηλικίωση είναι το σχολείο, τότε γεμίζουμε τα παιδιά απελπισία» (Le Nouvel Observateur, 31.1.2008).

Η αμάθεια φέρνει θράσος
 «...εμείς είμαστε σε θέση να φροντίζουμε ταυτόχρονα για τις ιδιωτικές μας υποθέσεις και για τις υποθέσεις της πόλης μας, και ενώ ασχολούμαστε με διαφορετικά επαγγέλματα κατέχουμε καλά τα πολιτικά ζητήματα. Γιατί είμαστε ο μόνος λαός που αυτόν που δεν μετέχει στα κοινά δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο, και οι μόνοι που ή κρίνουμε ή διαμορφώνουμε σωστές γνώμες για τα πράγματα, γιατί δεν θεωρούμε τους λόγους εμπόδιο των έργων, αλλά μάλλον θεωρούμε εμπόδιο να μην έχουμε κατατοπισθεί προφορικά σε όσα έχουμε να κάνουμε, πριν καταπιαστούμε με αυτά. Γιατί υπερέχουμε από τους άλλους και ως προς αυτό, ότι δηλαδή εμείς οι ίδιοι τολμούμε να υπολογίσουμε για όσα πρόκειται να επιχειρήσουμε. Σχετικά μ’ αυτό στους άλλους η αμάθεια φέρνει θράσος, ενώ η σκέψη τους κάνει να διστάζουν. Πιο γενναιόψυχοι όμως πρέπει να θεωρούνται όσοι γνωρίζουν με σαφήνεια τις συμφορές και τα ευχάριστα, και όμως η γνώση αυτή δεν τους κάνει να αποφεύγουν τους κινδύνους.»
Περικλέους Επιτάφιος Λόγος, Θουκυδιδου, Ιστοριων Β΄, §4

Ιnfo
- Ε. Μ. Φόστερ, «Δύο ζητωκραυγές για τη δημοκρατία», εκδ. Ερμείας
- Ρεζίς Ντεμπρέ, «Εξηγώντας τη δημοκρατία στην κόρη μου», εκδ. Καστανιώτης
- Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», εκδ. Υψιλον
Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14/06/2009 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου