...

...

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΑΠΤΥΞΗ: Η ΕΠΩΔΥΝΗ ΕΠΙΛΟΓΗ - Η έξοδος της χώρας από την κρίση θα εξαρτηθεί από την ποιότητα των επενδύσεων

ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ 
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Η «ανάπτυξη» έχει αναδειχθεί σήμερα ως κρίσιμος όρος του στοιχήματος των διεθνών χρηματοοικονομικών κερδοσκόπων για την επιτυχία ή την αποτυχία του προγράμματος σταθεροποίησης στην Ελλάδα. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να δώσει μάχη και να δείξει ότι αργά αλλά σταθερά είναι σε θέση να κερδίσει στη διαδικασία αυτή. Κατ’ αρχάς γιατί ανάπτυξη θα σήμαινε ανακατάκτηση της μείωσης του βιοτικού επι πέδου και της απασχόλησης που προ κάλεσε η κρίση. Δεύτερον, γιατί έτσι θα κερδιζόταν ένα τεράστιο κεφάλαιο αξιοπιστίας στην Ευρώπη και διεθνώς, που θα αποζημίωνε πολλαπλά τη χώρα για όσα θα έχει περάσει. Τρίτον, γιατί σε κάποια φάση μιας τέτοιας πορείας θα άρχιζαν πιθανότατα να προσελκύ ονται σημαντικές επενδύσεις, που θα επιτάχυναν τη διαδικασία εξόδου από την κρίση.

Στη φάση αυτή όμως είμαστε αντιμέτωποι με έναν μοναδικό συνδυασμό «διαρθρωτικών αναπτυξιακών ελλειμμάτων». Παγιδευτήκαμε, τόσο μακρο οικονομικά όσο και αναπτυξιακά. Επιπλέον, παγιδευτήκαμε από θεσμική και αξιακή σκοπιά, καθώς τα οικονομικά είναι μια μικρή μόνο πλευρά της κρίσης που ζούμε. Ακολουθήσαμε, και ως κοινωνία στηρίξαμε, πολιτικές που εξασφάλιζαν επίπλαστη ευημερία, πολλές φορές γνωρίζοντας ή αρνούμενοι να ακούσουμε ότι αυτό έχει ένα τέλος και ότι τότε ο λογαριασμός θα είναι επώδυνος. Δεν θελήσαμε ποτέ να δούμε πόσο αρνητικές συνέπειες μπορούσαν να έχουν για το μέλλον μας απο φάσεις που μάγευαν το παρόν μας. Σήμερα η κρίση δεν είναι συγκυριακή, είναι συστημική. Απλώς η συγκυρία επιτάχυνε τις εξελίξεις και αποκάλυψε τις ψευδαισθήσεις μας.
Το ερώτημα που πλανάται είναι πού πάμε, πώς θα δημιουργήσουμε ανάπτυξη και «αν θα μας βγουν οι αριθμοί». Η απάντηση δεν είναι δεδομένη. Ενα πρόγραμμα διάσωσης «βγαίνει» ή όχι ανάλογα με το αν όχι μόνο η κυβέρνηση αλλά και οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις της χώρας, ακόμη και το κάθε άτομο ατομικά, θα δώ σουν τη μάχη για να ξεπεραστεί μια ακραία κατάληξη. Επιπλέον, ένα πρόγραμμα δεν είναι απλώς νούμερα. Είναι πολιτικές, είναι οικονομικές και πολιτικο-κοινωνικές συμπεριφορές, είναι εγκατάλειψη αντιλήψεων που οδήγησαν στην παρ’' ολίγον πτώχευση και στην τεράστια αποτυχία που παγίδεψε τη χώρα στη σημερινή κατάσταση, είναι δημιουργικότητα και επινοητικότητα σ’' ένα δύσκολο ταξίδι όπως αυτό του Οδυσσέα. Συνολικά, πρέπει να εγκαταλείψουμε το κυνήγι οικονομικών ψευδαισθήσεων, μένοντας στον πραγματισμό.
Το κεντρικό ερώτημα είναι: πώς δημιουργούνται μεγέθυνση και ανάπτυξη σε συνθήκες δημοσιονομικού περιορισμού και ασφυκτικής χρηματοδότησης; Μονοσήμαντες απαντήσεις και μετρολογίες δεν δίνουν απάντηση.
Ανάπτυξη αύριο σημαίνει πολλές, μεγάλες και μικρότερες, εκτεταμένες σε όλες τις οικονομικές διαδικασίες, διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, με θεσμικές αλλαγές, με επενδύσεις στη γνώση, που θα αυξάνουν την παραγωγικότητα των δαπανών, θα δημιουργούν ευνοϊκότερους όρους για μετατόπιση των δαπανών από την κατανάλωση στις επενδύσεις ή για διεθνείς επενδύσεις, θα ανακατανέμουν δαπάνες από πεδία χαμηλής σε πεδία υψηλής παραγωγικότητας, για να αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες κατευθύνσεις. Σημαίνει επιπλέον: επένδυση στην εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη δική μας σε εμάς, εμπιστοσύνη των τρίτων σε εμάς και στη χώρα.
Το αναπτυξιακό μας πρόβλημα χαρακτηρίζεται από το ότι δημιουργήσαμε ένα πολύ τρωτό παραγωγικό σύστημα. Επιπλέον, αντί συστηματικά να βελτιώσουμε τις αδυναμίες του (μέσα από αναδιαρθρώσεις ή μεταρρυθμίσεις), κάθε φορά την ώρα της δυσκολίας αρνούμα σταν να δεχθούμε τη μετάβαση από το παλαιό στο νέο. Στην Ευρώπη και αλλού, κλάδοι ολόκληροι εγκαταλείφθηκαν με επώδυνα αποτελέσματα, μέσα σε 10-15 χρόνια. Στη θέση τους όμως αναδείχθηκαν νέες και πολύ πιο δυναμικές μορφές παραγωγής, που στήριξαν τον παραγωγικό μετασχηματισμό, την απασχόληση και την ανάπτυξη. Η διαφορά στην Ελλάδα ήταν ότι το «νέο» δεν το αναζητήσαμε. Για να αποτρέψουμε αρνητικές συνέπειες από την κατάρρευση του «παλιού», το συντηρήσαμε με εμμονή, παραβλέποντας πιο δημιουργικές αλλαγές και ποιες αλλαγές συντελούνταν γύρω μας.
Σήμερα έχει γίνει σαφές το αυτονόητο: ότι για την ανάπτυξη απαιτούνται επενδύσεις. Επενδύσεις σημαίνει ότι οι αγορές εμπιστεύονται τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, ώστε να δεσμεύσουν κεφάλαια σε παραγωγικές διαδικασίες. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι προωθούμε επιλογές και αλλαγές που θα αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των αγορών. Συνεπώς, το αίτημα για ανάπτυξη δεν μπορεί να διχοτομείται από το αίτημα για την αποκατάσταση των βαθιών μακροοικονομικών ανισορροπιών που προβλέπονται στο πρόγραμμα σταθεροποίησης, ανεξάρ τητα από διαφωνίες και κριτικές για ειδικές και επί μέρους πτυχές του. Δια φορετικά παίζουμε το παιχνίδι των διεθνών κερδοσκόπων. Η διαμάχη μεταξύ υποστηρικτών της ανάπτυξης και υποστηρικτών του μνημονίου είναι αντίφαση εν τοις πράγμασι. Εκτός αν βρεθεί μια μαγική συνταγή, που θα πείθει έλληνες και ξένους επενδυτές να δεσμεύουν κεφάλαια σε μια χώρα που θα κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου οι επενδύσεις αυτές να αποτύχουν, και, φυσικά, και οι εθνικές αναπτυξιακές προσδοκίες!
Η συζήτηση για την ανάπτυξη μπορεί να γίνει είτε με απαρίθμηση πρακτικών μέτρων είτε με αναζήτηση των κεντρικών παραμέτρων πάνω στις οποίες θα συγκροτηθεί μια πολιτική οικοδόμησης ανταγωνιστικών δυνατοτήτων. Παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα είναι κεντρικές σχέσεις σε μια τέτοια πολιτική. Σήμερα μια πολιτική ενίσχυσης της παραγωγικότητας μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ, και μάλιστα πιο σίγουρη και υγιή απ’' ό,τι μια επεκτατική πολιτική, η οποία πάντως σε συνθήκες υπερδανεισμού και πτώχευσης είναι non-starter. Τα τελευταία χρόνια δεν κατέρρευσαν μόνο οι δημοσιονομικές και μακροοικονομικές ισορροπίες, αλλά και η ανταγωνιστικότητα της χώρας. Η Ελλάδα είναι ανταγωνιστική σε ελάχιστα προϊόντα και πάντως παντού, μα παντού, η ανταγωνιστική θέ ση της επιδεινώθηκε. Η πτώση της ισοτιμίας ευρώ - δολαρίου τους τελευταίους μήνες οδήγησε στην ανάκτηση ενός μικρού τμήματος της χαμένης ανταγωνιστικότητας. Τα διαρθρωτικά αίτια όμως παραμένουν. Και όσο ο όγκος των ελληνικών εξαγωγών επι κεντρώνεται σε προϊόντα χαμηλής ή χαμηλής/μέσης τεχνολογικής έντασης, τόσο θα εντείνεται η πίεση για συμπίεση των μισθών, καθώς οι ανταγωνιστικοί παραγωγοί στα προϊόντα αυτά είναι χώρες φθηνού κόστους.
Η συζήτηση για ένα «νέο μοντέλο ανάπτυξης» σημαίνει μια διαδικασία 15-20 ετών, με επίμονες, συνεπείς και στοχευμένες πολιτικές, που βεβαίως είναι απόλυτα αναγκαίες. Δεν είναι όμως πανάκεια για το σήμερα. Επειδή το νέο λείπει, δεν σημαίνει ότι το σημερινό παραγωγικό σύστημα είναι για πέταμα.
Αντίθετα, με αυτό το παραγωγικό σύστημα βραχυπρόθεσμα θα βγούμε από την κρίση. Φυσικά, με αλλαγές, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς του, με συμπλήρωση παραγωγικών κενών, με εξορθολογισμό και προσαρμογές στα νέα διεθνή δεδομένα.
Τ α παραπάνω κάνουν αναγκαία μια διπλή στρατηγική, η οποία από τη μία θα επιδιώκει να μειώσει τις μεγάλες ανταγωνιστικές αδυναμίες του υφιστάμενου παραγωγικού συστήματος (του δημόσιου τομέα συμπεριλαμβανομένου) και από την άλλη θα διευρύνει τα όρια του ση μερινού παραγωγικού συστήματος προς τεχνολογικά, ποιοτικά και γνωσι ολογικά πιο εξελιγμένες κατευθύνσεις. Ενδεικτικά, στόχοι της θα ήταν:
Μια πολιτική συστηματικής στήριξης της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που συμμετέχουν στον διεθνή ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των επενδύσεων (ελληνικών/διεθνών) που μπορούν να οδηγήσουν σε αντίστοιχο αποτέλεσμα (επενδύσεις σε υποδομές, όπως λιμάνια, οδικές αρτηρίες κτλ.). Χιλιοειπωμένες, αλλά πάντα μετέωρες, δράσεις και αλλαγές αποκτούν σήμερα μεγαλύτερο βάρος.
* Στον δημόσιο τομέα και στις ΔΕΚΟ μια βελτίωση της παραγωγικότητας 5% και μόνο θα μπορούσε να μεταφραστεί σε αύξηση 2%-2,5% του ΑΕΠ. Ένας ευρύτερος τεχνολογικός εκσυγχρονισμός του Δημοσίου θα είχε ευρύτατες σημαντικές συνέπειες σε φαινόμενα όπως η διαφθορά, η εξυπηρέτηση του κόσμου, η εξοικονόμηση χρηματικών πόρων και χρόνου. Θα είχε σημαντικές θετικές συνέπειες και στην ανταγωνιστική ικανότητα, προκαλώντας πρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ.
Δεδομένου ότι με τις σημερινές συνθήκες είναι δύσκολο να αυξηθούν οι δημόσιες δαπάνες, θα μπορούσε να γίνει αυστηρή επιλογή επενδυτικών δαπανών, με κατεύθυνση την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Οποιαδήποτε επενδυτική δαπάνη οδηγεί σε απασχόληση και εισόδημα τη χρονιά που γίνεται. Στη συνέχεια όμως, ανάλογα με το είδος της επένδυσης, η επίδραση αυτή μπο ρεί να τελειώσει εκεί, μπορεί όμως και να συνεχίσει να παράγει σωρευτικά θετικές συνέπειες για τη μεγέθυνση για πολλά χρόνια.
* Η ελληνική οικονομία σήμερα δεν διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα παρά σε ελάχιστα πεδία παραγωγής προϊόντων, όπως και στον τουρισμό και στη ναυτιλία. Για να πετύχει ανάπτυξη πρέπει να οικοδομήσει νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Κάθε πετυχημένο αναπτυξιακό πρότυπο είναι εξελικτικό. Αυτή η εξέλιξη είναι που στην Ελλάδα έχει εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, ώστε να δέσει τμήματα του παλιού που μπορούν να διασωθούν, με νέες δομές, με τον ίδιο πετυχημένο τρόπο που έγινε σε πολλές χώρες στην Ασία, στην Ευρώπη και αλλού. Γι’ αυτό και κάποια μορφή στόχευσης της αναπτυξιακής πολιτικής είναι αναγκαία. Φυσικά, χωρίς όλες εκείνες τις αδυναμίες που οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση τις πολιτικές της δεκαετίας του 1970-80 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα. Τargeting σήμερα θα σήμαινε στόχευση ευρύτερων περιοχών παραγωγής και όχι μεμονωμένες επιχειρήσεις, μέσα στις οποίες η ιδιωτική επι χειρηματικότητα θα επιλέγει, θα επενδύει και θα αναπτύσσεται με τη στήριξη του κράτους. Η αγορά θα μπορεί να κάνει τις επιλογές της με τη στήριξη γενικών θεσμικών, επενδυτικών και άλλων πρακτικών ρυθμίσεων, αλλά θα έχει πλήρως και τα ρίσκα της. Γνωρίζουμε, π.χ., ότι στις επόμενες δεκαετίες οι εναλλακτικές μορφές ενέργειας, τα περιβαλλοντικά προβλήματα, η κλιματική αλλαγή ή η γήρανση και οι συναφείς υπηρεσίες (ιατρικές, προληπτικές, υποστηρικτικές) θα παίξουν αυξημένο ρόλο. Μπορούμε να κινηθούμε στα πεδία αυτά. Η Ισπανία και η Γερμανία επένδυσαν σημαντικά στις εναλλακτικές μορφές ενέργειας και κέρδισαν. Οι σκανδιναβικές χώρες πέτυχαν στα καινοτομικά ενεργειακά οικιστικά συστήματα.
Στην Ταϊλάνδη, στο Ισραήλ, στη Φινλανδία, στην Κίνα, στην Ινδία, στη Ν. Κορέα, ο συνδυασμός ενός πολιτικού targeting και ιδιωτικής επιχειρηματικότητας οδήγησε σε επιτυχίες, αλλά και σε αποτυχίες.
* Μια αποφασιστική προώθηση του ανταγωνισμού σε πολλούς τομείς παραγωγής και αλλαγών σε σχέσεις και παραγωγικές δομές που συνδέονται με σπατάλη πόρων, προκλητικά προνομιακά κατάλοιπα και μηδενική ανάπτυξη. Οι συνέπειες των μεταρρυθμίσεων που συζητούνται θα είναι αργές, θα εκτείνονται σε βάθος χρόνου και θα εξαρτώνται από τα ειδικά χαρακτηριστικά τους. Γι’' αυτό και έχουν σημασία ο χρόνος και ο τρόπος υλοποίησής τους.
* Οι ξένες επενδύσεις της τελευταίας εικοσαετίας επικεντρώθηκαν κυρίως σε ξενοδοχεία, καζίνα, τράπεζες, ιδιωτικοποιημένες υποδομές (αεροδρόμιο, γέφυρα Ρίου), αποκρατικοποιημένες επιχειρήσεις, τηλεφωνία, φυσικό αέριο. Ήσαν περιορισμένες, είχαν θετικές συνέπειες, αλλά δεν έχουν συμβάλει ιδιαίτερα στην εξωστρέφεια και στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Μόνο σοβαρές επενδύσεις από τεχνολογικά προηγμένους φορείς παραγωγής με στόχο τη διεθνή αγορά θα μπορούσαν να δώσουν μια ώθηση ανταγωνιστικότητας στην οικονομία. Η έξοδος της χώρας από την κρίση θα σφραγιστεί όχι από τη μείωση ελλειμμάτων και χρέους αλλά από την ικανότητά της να ανοίξει έναν δρόμο βεβαιότητας και ευκαιριών σε μια «μετά την κρίση περίοδο», που προοιωνίζεται γεμάτη αβεβαιότητες. Ένα όμως είναι βέβαιο: ότι για να ανοίξουμε τέτοιες ευκαιρίες μια τέτοια διαδικασία σημαίνει θυσίες σήμερα για οφέλη α ριο, πραγματισμό και συγκρούσεις με κατεστημένες ισορροπίες δύναμης και συμφερόντων. Ολοι όσοι επικαλούμαστε την ανάπτυξη πρέπει να θέλουμε να την πετύχουμε και στην πράξη.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ ΙΔΕΩΝ Τεύχος 42 Οκτώβριος 2010 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου