...

...

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Η παρούσα γεωγραφική - οικονομική κρίση, τα προβλήματα της «παγκοσμιο-τοπικοποίησης» και οι εναλλακτικές στρατηγικές της Αριστεράς

Τη συνέντευξη πήραν και μετέφρασαν 
ο Χάρης Κωνσταντάτος και η Δήμητρα Σιατίτσα

Έρικ Σβεϊνχντάου
Είναι προφανές ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να μετριάσουν για τις ίδιες τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης που δημιούργησαν, ρίχνουν το βάρος στους φτωχούς και αδύναμους, που πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση.
Ο Έρικ Σβεϊνχντάου (Erik Swyngedouw) είναι καθηγητής Γεωγραφίας στη Σχολή Περιβάλλοντος και Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου του Μάντσεστερ. Επικεντρώνεται στο ζήτημα της πολιτικής οικονομίας και των χωρικών αναδιαρθρώσεων του σύγχρονου καπιταλισμού, με δεκάδες εργασίες για την οικονομική παγκοσμιοποίηση, την περιφερειακή ανάπτυξη, την αστικοποίηση.
Το τελευταίο διάστημα καταπιάνεται με ζητήματα πολιτικής οικολογίας και μετασχηματισμών των σχέσεων φύσης και κοινωνίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη διακυβέρνηση, την πολιτική και τα οικονομικά των υδάτινων πόρων διεθνώς. Περισσότερες πληροφορίες για το έργο του: http://staffprofiles.humanities. manchester.ac.uk/Profile.aspx?Id=Erik.Swyngedouw Ο Ε. Σβεϊνχντάου βρέθηκε στην Αθήνα στα μέσα Δεκεμβρίου, για να συμμετάσχει σε εκδήλωση με θέμα «Το μέλλον της γεωγραφίας στην Ευρώπη», στο πλαίσιο του εορτασμού των 20 χρόνων από την ίδρυση του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Με την ευκαιρία αυτή μίλησε στα «Ενθέματα».

Η Συνέντευξη 
Μιλώντας για την παρούσα παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, συνήθως την ορίζουμε σαν οικονομική και δημοσιονομική. Άλλες πλευρές της – χωρικές, γεωγραφικές ή οικολογικές – φαίνεται να αγνοούνται στον κυρίαρχο λόγο, τόσο της Δεξιάς όσο και της Αριστεράς. Ποιοι είναι οι λόγοι και οι συνέπειες μιας τέτοιας κατανόησης της κρίσης;
Πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται να αναστοχαστούμε πάνω στην έννοια της κρίσης που έχει χρησιμοποιηθεί πολύ και με διαφορετικούς τρόπους.
Η λέξη κρίση έχει κανονικοποιηθεί, με την έννοια ότι ζούμε σε συνθήκες κρίσης εδώ και πολύ καιρό: τη δεκαετία του 1990 είχαμε μια σειρά διαδοχικών κρίσεων στη Νοτιοανατολική Ασία, τη φούσκα των «dot-com», και το 2001 την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους. Οι συνθήκες της κρίσης έχουν γίνει οι κανονικές συνθήκες της καθημερινής ζωής. Αυτό συνδέεται στενά με εκείνο που ο Αλαίν Μπαντιού και άλλοι έχουν ονομάσει καλλιέργεια της πολιτικής του φόβου. Η συνεχής υπόμνηση ότι ο κίνδυνος είναι εκεί, ότι οι κίνδυνοι της καθημερινής ζωής δεν σταματούν να υπάρχουν. Η κανονικότητα δεν υπάρχει πια.
Πρώτο σημείο λοιπόν είναι ότι η κρίση έχει κανονικοποιηθεί, έχει γίνει ένα δεδομένο όχημα Λόγου (standard discursive vehicle) των ελίτ. Στο ερώτημα γιατί καλλιεργείται μια κουλτούρα και πολιτική του φόβου, η απάντηση είναι ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διατήρησης μιας συγκεκριμένης πολιτικής, οικονομικής και ιδεολογικής τάξης. Η επίκληση της έννοιας της κρίσης είναι εκείνη ακριβώς που κάνει τους ανθρώπους να φοβούνται οποιαδήποτε αλλαγή.
Δεύτερον, προχωρώ στη σύγχρονη μορφή της κρίσης, που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι παγκόσμια, καθώς η Κίνα και η Ινδία αναπτύσσονται ραγδαία· είναι μια δική μας «ατλαντική» –βορειοαμερικανική και ευρωπαϊκή– κρίση που αναπαρίσταται ως παγκόσμια. Αν διαβάσετε την World Street Journal ή τους Financial Times, δηλαδή την τρέχουσα κατασκευή του κυρίαρχου λόγου, ανακαλύπτεις, μέσα από τη φωνή των ελίτ, ότι είναι εκείνες που συστηματικά καλλιεργούν και αναπαράγουν αυτή την έννοια της κρίσης. Γιατί αυτοί, τελικά, έχουν να χάσουν τα περισσότερα.
Τρίτον, είναι προφανές ότι οι πολιτικοί μηχανισμοί μέσω των οποίων οι ελίτ προσπαθούν να μετριάσουν για τις ίδιες τις αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης που δημιούργησαν, ρίχνουν το βάρος στους φτωχούς και αδύναμους, που πλήττονται δυσανάλογα από την κρίση.

Μια κρίση γεωγραφική-οικονομική

Αν αναλογιστούμε τη δημιουργία αυτού που σήμερα αποκαλούμε οικονομική κρίση, θα υποστήριζα ότι σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με τη γεωγραφία, και ιδιαίτερα με μια συγκεκριμένη γεωγραφική μορφή αυτή της πόλης, του αστικού. Θα θυμάστε ότι όταν ξέσπασε η κρίση, το 2008, κάποιοι αναλυτές είπαν ότι αιτία ήταν τα τοξικά ενυπόθηκα δάνεια. Δηλαδή δάνεια για την αγορά ενός τμήματος πόλης –ενός σπιτιού, ενός διαμερίσματος, ενός οικοπέδου– που αναπτύχθηκαν με κερδοσκοπικό τρόπο, με τη μορφή εικονικού κεφαλαίου (fictitious capital) σε γιγαντιαία κλίμακα, στις ΗΠΑ, την Αγγλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία. Αυτό οδήγησε στη σπειροειδή κατασκευή εκείνου που ο Μαρξ ονόμασε εικονικό κεφάλαιο, κάτι που στην καθομιλουμένη ονομάζουμε κερδοσκοπικό κεφάλαιο. Η δημιουργία κερδοσκοπικού κεφαλαίου είναι ιστορικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σε συγκεκριμένες περιόδους μετατρέπεται στην κεντρική στρατηγική συσσώρευσης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1990-αρχές του 2000, το πεδίο δημιουργίας κερδοσκοπικού κεφαλαίου ήταν ο χώρος, η γεωγραφία, η κατασκευή του αστικού χώρου.
Έτσι, θα έλεγα ότι αυτό που αποκαλείται και εκδηλώνεται ως χρηματοπιστωτική-οικονομική κρίση έχει τις ρίζες του στον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί τον χώρο στη διαδικασία δημιουργίας εικονικού κεφαλαίου. Θα την αποκαλούσα γεωγραφική-οικονομική κρίση.

Στα κείμενά σας για την παγκοσμιοποίηση, επικεντρώνεστε στην έννοια της παγκοσμιοτοπικοποίησης (glocalization) της οικονομίας και της πολιτικής. Μπορείτε να περιγράψετε αυτή την έννοια με παραδείγματα; Υπάρχει σήμερα κάποια προνομιακή γεωγραφική κλίματα όπου κυρίως διακυβεύονται τα κυρίαρχα και τα εναλλακτικά κοινωνικά σχέδια;
Θα ήθελα να πάω λίγο πίσω. Ξεκίνησα να χρησιμοποιώ την λέξη παγκοσμιοτοπικοποίηση για να αποφύγω ένα θεωρητικό και πολιτικό αδιέξοδο που θεωρώ ότι αντιμετωπίζαμε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Θα θυμάστε ότι τότε κάποιοι υποστήριζαν –ορισμένοι και από μια κριτική γεωγραφική σκοπιά– και υποστηρίζουν ακόμη ότι το τοπικό δεν έχει πια σημασία, ότι είμαστε μαριονέτες παγκόσμιων δυνάμεων. Μ’ άλλα λόγια, ότι έχουμε μια παγκοσμιοποιημένη διαδικασία που διαμορφώνει τις τοπικές συνθήκες, και δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσαν να κάνουν οι τοπικές κοινωνίες, οι πόλεις, οι περιφέρειες, ακόμη και τα κράτη, απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις.
Μια άλλη προσέγγιση υποστήριζε ότι η παραπάνω αποτελεί μια δομιστική αντιουμανιστική σύλληψη, που αρνείται τις δυνατότητες τις ανθρώπινης ή κοινωνικής παρέμβασης στο τοπικό επίπεδο, όπως και αν ορίζεται αυτό: της γειτονιάς, της πόλης ή της χώρας. Και πίστευε, αντίθετα, ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο για τους τοπικούς δρώντες να διαμορφώσουν την παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί το συνδυασμένο αποτέλεσμα μιας σειράς από συγκεκριμένες δράσεις και δυνάμεις. Συνεπώς, αντιμετωπίζαμε αυτό το αδιέξοδο όπου δύο ομάδες κριτικών μελετητών έλεγαν οι μεν ότι μόνο στο παγκόσμιο επίπεδο έχει σημασία η δράση, ενώ οι δε ότι πρέπει να δράσουμε αναγκαστικά τοπικά, διότι εκεί εδρεύει η πολιτική.

Παγκοσμιοποίηση και «παγκοσμιοτοπικοποίηση»

Ξεκίνησα, έτσι, να σκέφτομαι τις γεωγραφικές διαδικασίες που εξελίσσονταν τη δεκαετία του 1990, και τις οποίες μπορούμε να αποκαλέσουμε «παγκοσμιοποίηση». Παρατήρησα μια βαθμιαία διαδικασία χωρικού μετασχηματισμού του εθνικού κράτους, που μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αποτελούσε την προνομιακή κλίμακα οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης.
Αυτή η συνθήκη αντικαταστάθηκε σταδιακά με εκείνο που αποκαλώ αναδιάταξη των γεωγραφικών κλιμάκων, τόσο «προς τα πάνω» όσο και «προς τα κάτω». Για πω πλέον κάτι ουσιώδες για την οικονομία της Αττικής, πρέπει να κατανοήσω πώς εισχωρούν στην οικονομία της Αθήνας οι ελληνικές και ξένες επιχειρήσεις και πώς, ταυτόχρονα, αυτές λειτουργούν σε ένα διεθνικό, ευρωπαϊκό ή παγκόσμιο επίπεδο. Τυπικό παράδειγμα οι μεγάλες πολυεθνικές (π.χ. Microsoft), που δρουν διεθνώς, έχουν όμως πολύ συγκεκριμένες τοπικές διαρθρώσεις σε περιοχές (π.χ. Καλιφόρνια) ή χώρες (π.χ. Ιρλανδία). Το ιρλανδικό θαύμα, η «κέλτικη τίγρης», αφορούσε ακριβώς την τοπική εισχώρηση παγκόσμιων μορφών.
Παράλληλα, είχαμε την αναδιάταξη των κλιμάκων των πολιτικών γεωγραφιών κατά την οποία ενισχύθηκαν υποεθνικές μορφές διαμόρφωσης πολιτικών, στο επίπεδο της πόλης ή της περιφέρειας - κάποιες φορές με το πρόσχημα των αυξημένων αρμοδιοτήτων ή του εκδημοκρατισμού σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Η Ισπανία συνιστά τυπική περίπτωση περιφερειοποίησης του πολιτικού επιπέδου. Επίσης, η υπερεθνικοποίηση της πολιτικής με την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί κλασικό παράδειγμα μιας υπερεθνικής πολιτικής κλίμακας ρύθμισης και λήψης σημαντικών αποφάσεων.
Τα παραπάνω είναι παραδείγματα αυτού που αποκαλώ παγκοσμιοτοπικοποίηση: μετασχηματισμός των εξουσιών του εθνικού κράτους, πολιτικά και οικονομικά, και ταυτόχρονη ενίσχυση υποεθνικών, υπερεθνικών ή διεθνικών μορφών πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. Σε αυτή τη νέα οργάνωση-παγίωση των κλιμάκων (scalar gestalt), κάθε κλίμακα έχει σημασία με διαφορετικούς τρόπους. Για να απαντήσω στην ερώτησή σας, ποια είναι η προνομιακή κλίμακα: δεν υπάρχει, δεν απέμεινε μία μοναδική τέτοια κλίμακα. Συνεπώς, η παλιά κορωνίδα του αριστερού λόγου, ιδιαίτερα του 19ου αιώνα, για την κατάληψη του κράτους, είναι σήμερα λάθος· κάτι περισσότερο από λάθος, είναι αντιπαραγωγική και αρνητική τακτική. Πρέπει να δουλέψουμε ταυτόχρονα στα άλλα σημαντικά γεωγραφικά επίπεδα.
Πρέπει να δράσουμε σε όλα τα επίπεδα. Πιστεύω ότι η ανάλυση της Αριστεράς, που πιστεύει σε ένα χειραφετητικό σχέδιο και στο ότι μια εξισωτική κοινωνικοχωρική οργάνωση είναι εφικτή, οφείλει να είναι σύνθετη — οι άμεσες απαντήσεις μας ωστόσο μπορούν και πρέπει να είναι απλές.

Έχετε ερευνήσει περιπτώσεις κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων για τον έλεγχο και τη διανομή δημόσιων φυσικών πόρων, των «κοινών», όπως π.χ. του νερού. Σήμερα, σε ένα πλαίσιο ύφεσης όπου το κράτος αποσύρεται από την οικονομία και κυριαρχεί μια αίσθηση «επείγοντος» για ιδιωτικές επενδύσεις, ποιες θα μπορούσαν να είναι οι κοινωνικές απαντήσεις;
 Πιστεύω ότι πρέπει να κατανοήσουμε την έννοια των κοινών στο πλαίσιο του καπιταλιστικού μετασχηματισμού. Αρχικά υπάρχει η διαδικασία αυτο-αναπαραγωγής και επέκτασης του κεφαλαίου μέσω της τυπικής παραγωγικής διαδικασίας (όπως στα 1960 και 1970). Για το κεφάλαιο, τουλάχιστον στη Δύση, στον παγκόσμιο Βορρά –όχι στην Κίνα ή την Ινδία– οι παραδοσιακές μορφές καπιταλιστικής συσσώρευσης και κερδοφορίας έγιναν δυσκολότερες τις τελευταίες δεκαετίες.

Η ιδιωτικοποίηση της ίδιας της ζωής μας

Θα έλεγα ότι η κυρίαρχη στρατηγική συσσώρευσης στη Δύση μετατρέπεται σε αυτό που ο Χάρβεϊ αποκαλεί συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής (accumulation by disposition), αυτό που ο Μαρξ ονομάζει πρωταρχική συσσώρευση (primitive accumulation). Η συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής, όπως υπονοεί και ο όρος, αφορά πάντα την αλλαγή ιδιοκτησίας, την κατοχή και τον έλεγχο. Τις δεκαετίες του 1980 και 1990 η συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής γίνεται μια πολιτικά και κρατικά ενορχηστρωμένη διαδικασία. Αλλιώς θα το ονομάζαμε κλοπή.
Υποστηρίζω ιδίως ότι η συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής αφορούσε τις ζωντανές γεωγραφίες (lived geographies)· θα εξηγήσω παρακάτω τι εννοώ. Το μεγαλύτερο παράδειγμα, χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας και του καπιταλισμού, ήταν η συσσώρευση μέσω υφαρπαγής που πραγματοποιήθηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες — κι αυτό είναι ανεξάρτητο από το πώς αξιολογούμε τα καθεστώτα αυτά. Είναι αναμφισβήτητο ότι η «μετάβαση» συνοδεύτηκε από μια εκπληκτικών διαστάσεων κλοπή, συσσώρευση μέσω της υφαρπαγής, πετρελαίου, αερίου, όλων των φυσικών πόρων κρατικής ιδιοκτησίας –που είναι κι αυτή μιας μορφή συλλογική ιδιοκτησίας–και έτσι δημιουργήθηκε μια κατηγορία ρώσων καπιταλιστών παγκόσμιου βεληνεκούς.
Αυτό το μοντέλο γενικεύτηκε και στη Δύση και τον παγκόσμιο Νότο, όπου οι φυσικοί πόροι ιδιωτικοποιήθηκαν. Η ιδιωτικοποίηση της κοινής δεξαμενής πόρων ήταν μια από τις κεντρικές στρατηγικές της καπιταλιστικής συσσώρευσης του παγκόσμιου καπιταλισμού τα τελευταία είκοσι χρόνια. Πρόκειται για την ιδιωτικοποίηση της εξωτερικής και εσωτερικής οικολογικής βάσης της ζωής μας, της ζωής της ίδιας. Σκεφτείτε το νερό, με το οποίο έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα, ακριβώς γιατί έχει εμβληματικό χαρακτήρα, αλλά και τη γη. Δείτε τι κάνει η Κίνα στην Αφρική και την Ινδονησία όπου αγοράζει τεράστιες εκτάσεις γης από αγρότες για την παραγωγή φοινικέλαιου και για βιοκαύσιμα. Σκεφτείτε τη βιοποικιλότητα, το πώς ξεζουμίζουν οι φαρμακευτικές τις παγκόσμιες οικολογίες σε αναζήτηση γενετικών χαρακτηριστικών προς ιδιωτικοποίηση.
Ωστόσο, δεν ιδιωτικοποιούνται μόνο ο εξωτερικός βιόκοσμος, οι εξωτερικές οικολογίες με μηχανισμούς συσσώρευσης μέσω της υφαρπαγής· ιδιωτικοποιούνται και οι εσωτερικές οικολογίες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τους σχεδιασμούς για το ανθρώπινο γονιδίωμα που αφορούν ακριβώς τη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης τμημάτων του ανθρώπινου σώματος, με σκοπό το εμπορικό κέρδος. Παρά τη ρητορική των εταιριών για τα πλεονεκτήματα της νέας ιατρικής, το ουσιώδες είναι ότι πρόκειται για μια περιπέτεια ιδιωτικοποίησης του ανθρώπινου σώματος. Επιπλέον, υπάρχει μια απίστευτη προσπάθεια συσσώρευσης μέσω της υφαρπαγής αυτού που αποκαλείται κοινή διάνοια (common intellect).
Συνήθως μιλάμε για τα κοινά με δύο τρόπους. Ο παραδοσιακός τρόπος είναι η αναφορά στις οικολογίες του κόσμου. Αλλά υπάρχουν και άλλα κοινά, αυτό που ο Μαρξ αποκαλούσε κοινή διάνοια, το οποίο, όπως έχουν δείξει πειστικά ο Χαρντ και ο Νέγκρι, έχει γίνει κεντρική παραγωγική δύναμη στη Δύση, λ.χ. στις συναντήσεις ανάπτυξης λογισμικού κώδικα που κινητοποιούν, με έναν τρόπο, την κοινή μας διάνοια. Πρόκειται για την ιδιωτικοποίηση της σκέψης μας, της ικανότητάς μας να σκεφτόμαστε δημιουργικά μαζί με άλλους, της συλλογικής σκέψης. Συνοψίζοντας, τα «κοινά» είναι για μένα το κεντρικό πεδίο μάχης σήμερα.

Ένα νέο φαντασιακό για μια άλλη κοινωνία: τρεις κατευθύνσεις

Μπορούμε όμως να «επιστρέψουμε» σε μια συγκεντρωτική από τα πάνω διαχείριση των «κοινών»; Ποια θα μπορούσαν να είναι τα στοιχεία μιας εναλλακτικής στρατηγικής;
Θα ήταν καταστροφικό να επιστρέψουμε σε μια γνώριμη, στενά κρατική διαχείριση των κοινών. Η μεγάλη πρόκληση σήμερα –που βρισκόμαστε στο σημείο μηδέν της πολιτικής, όπου το μόνο πράγμα που συμβαίνει είναι η διαχείριση του κεφαλαίου– είναι να υπερβούμε τον αρνητισμό. Δεν υπάρχει αριστερό φαντασιακό σήμερα για τον σοσιαλισμό ή όπως τον αποκαλέσει κανείς, δηλαδή την επιδίωξη μιας ελεύθερης, εξισωτικής κοινωνίας με δημοκρατική διαχείριση των κοινών.
Σίγουρα, οι συνταγές του 20ού αιώνα δεν μπορούν να επαναληφθούν. Έχει σημασία να δούμε γιατί δεν θα λειτουργούσαν πλέον. Πρέπει να δούμε τι δεν πήγε καλά, αυτό που αναφέρει ο Μπαντιού ως «σκοτεινή καταστροφή» του 20ού αιώνα. Μεγάλο μέρος της ιστορίας του 20ού αιώνα έγινε στο όνομα του σοσιαλισμού, κι αυτό κινητοποίησε τεράστια αποθέματα ενέργειας. Πρέπει να κατανοήσουμε τα αίτια αυτής της καταστροφής και, δεύτερον, να κατανοήσουμε πλήρως τις συνθήκες του σημερινού καπιταλισμού. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να αρχίσουμε να σκιαγραφούμε μια αριστερή πολιτική.
Μια αριστερή πολιτική δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην κριτική και τις επιθέσεις στη Δεξιά, στις βιαιότητες του καπιταλισμού. Αυτό είναι εύκολο. Χρειαζόμαστε και ένα νέο φαντασιακό για το τι συνιστά καλή κοινωνία. Πρέπει να σκεφτούμε, νομίζω, τρεις κατευθύνσεις:
Πρώτον, αναφορικά με την παγκοσμιοτοπικοποίηση και την αναδιάταξη των πολιτικών και οικονομικών κλιμάκων: το εθνικό κράτος δεν αποτελεί πια την προνομιακή κλίμακα παρέμβασης, ούτε το προνομιακό γεωγραφικό πεδίο για τον έλεγχο της εξουσίας. Κάθε νέα μορφή σοσιαλιστικής πολιτικής θα πρέπει να αναπτύσσεται σε πολλές κλίμακες ταυτόχρονα. Τόσο όσοι προτείνουν την απόσχιση από την Ε.Ε. και το ευρώ όσο και οι κυβερνώντες που επιβάλλουν μια καθαρτήρια δοκιμασία με την οποία οι Έλληνες «θα τα καταφέρουν» κάνουν λάθος. Δεν υπάρχει σήμερα κανένα κράτος –και όχι μόνο η Ελλάδα– που να μπορεί να φέρει εις πέρας την παραπάνω διαδικασία. Επίσης, δεν υπάρχει ένας ελληνικός λαός που θα τη φέρει σε πέρας: υπάρχουν καπιταλιστές, εκμεταλλευτές, τεμπέληδες, συντηρητικοί, σκληρά εργαζόμενοι κλπ. Από την άλλη, και με ευθύνη των αριστερών διανοούμενων, λείπει ένας ευρωπαϊκός αριστερός εναλλακτικός χώρος που θα συνδέεται με το εθνικό και το τοπικό.
Δεύτερον, λίγα θεωρώ πλέον ότι μπορούμε να κάνουμε με το κόμμα ως πολιτικό εργαλείο και οργανωτικό μέσον πολιτικών στόχων, του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες όλα τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εγκατέλειψαν το όραμα του σοσιαλισμού. Αν χρησιμοποιήσεις σήμερα τις λέξεις ισότητα ή κομμουνισμός αντιμετωπίζεσαι σαν απολίθωμα. Βλέπουμε, ωστόσο, ελπιδοφόρες νέες μορφές οργάνωσης, σε πολλές κλίμακες. Το οικολογικό κίνημα, το κίνημα για την κλιματική δικαιοσύνη, είναι ένα καλό παράδειγμα. Έχω εντυπωσιαστεί με τους καινοτόμους και δημιουργικούς τρόπους και μορφές πολιτικής οργάνωσης που χρησιμοποιούν, δρώντας ταυτόχρονα σε τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και με τα φοιτητικά κινήματα που ξεπηδούν τώρα σε όλη την Ευρώπη.
Τρίτον, εκτός από αυτά τα δύο αριστερά ταμπού (το κράτος και το κόμμα), που πρέπει να επερωτήσουμε, θεωρώ ότι χρειάζεται να εγκαταλείψουμε την έννοια της κοινωνικής τάξης ως προνομιακού υποκειμένου για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε την ταξική ανάλυση για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Αλλά για την αναζήτηση και εφαρμογή ενός εναλλακτικού σοσιαλιστικού σχεδίου, η έννοια της τάξης δεν είναι –ίσως δεν ήταν ποτέ– το προνομιακό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής.
Έτσι, ερχόμαστε στην έννοια των κοινών ως κεντρικού πεδίου διαπάλης για την ιδιοκτησία –μια κλασική μαρξική έννοια. Πρόκειται για τη μάχη της συλλογικής ιδιοκτησίας απέναντι στην ιδιωτική ιδιοκτησία — και αυτό διατρέχει τους ταξικούς διαχωρισμούς. Μιλώντας για τις εξωτερικές/ εσωτερικές οικολογίες του ανθρώπινου σώματος, τον φεμινισμό, τις έμφυλες ταυτότητες, την εθνότητα, υπεισέρχονται πολλές διαφορετικές κοινωνικές θέσεις, ακόμη και οι διανοούμενοι. Συνεπώς, χρειάζονται νέες συμμαχίες και νέα σημεία παρέμβασης γύρω από την έννοια των κοινών, η οποία παρέχει μια οπτική ευρύτερη από την κλασική ταξική προσέγγιση.
Πιστεύω ότι το ζήτημα, σήμερα, δεν είναι να κριτικάρουμε τον καπιταλισμό, αλλά να μελετήσουμε τον τρόπο που θα φτάσουμε στον σοσιαλισμό, χωρίς να επαναλάβουμε τα λάθη της ιστορίας του σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα. Το ερώτημα σήμερα παραμένει το τι πρέπει να κάνουμε.

Δημοσιεύθηκε στην ΑΥΓΗ στα ΕΝΘΕΜΑΤΑ 06/02/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου