...

...

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Το εργατικό κόστος στο στόχαστρο του μνημονίου

Της Μαρίας Καραμεσίνη*

Σύμφωνα με τις μεθοδεύσεις του γαλλο-γερμανικού άξονα και των συνοδοιπόρων του, με στόχο τη θωράκιση της ΟΝΕ και του ευρώ απέναντι στις σημερινές και μελλοντικές κρίσεις χρέους και τις εξωτερικές ανισορροπίες εντός της ευρωζώνης, το κυοφορούμενο Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας, μαζί με το ενισχυμένο Σύμφωνο Σταθερότητας, θα αποτελέσουν από τον Μάρτιο το δίδυμο θεσμικό οπλοστάσιο εκπόρθησης όσων εργασιακών και κοινωνικών κεκτημένων, στα κράτη μέλη της ευρωζώνης, αντιστρατεύονται την ανάκτηση από τις ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου των προ της κρίσης ευνοϊκών συνθηκών κερδοφορίας.

 Εσωτερική υποτίμηση και πολιτικές ύφεσης
Το γνωστό από το ελληνικό Μνημόνιο δόγμα της «εσωτερικής υποτίμησης» αποτελεί το θεωρητικό υπόβαθρο του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας, γεγονός που καθιστά τη χώρα μας πειραματόζωο για την επιτυχία της μείωσης όχι μόνο του δημοσιονομικού αλλά και του εξωτερικού ελλείμματος, που θεωρούνται στην περίπτωσή μας αλληλένδετα (δίδυμα).
Για την ελληνική κυβέρνηση, την τρόικα και το ελληνικό κεφάλαιο, η κατακόρυφη αύξηση του εξωτερικού ελλείμματος μετά την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και πριν την έναρξη της σημερινής κρίσης απορρέει από το συνδυασμό υπερβολικής αύξησης της εγχώριας ζήτησης και επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής κατά 10 έως 20%, λόγω της συγκριτικά μεγαλύτερης αύξηση του εργατικού κόστους στην Ελλάδα έναντι των χωρών με τις οποίες αυτή συναλλάσσεται. Ρητός στόχος του Μνημονίου είναι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών να πέσει στο 2-3% του ΑΕΠ, από 14% το 2008. Εφόσον δεν μπορεί να υποτιμηθεί το νόμισμα, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας θα προέλθει από τη μείωση του κόστους εργασίας, που θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών των εγχώριων προϊόντων σε σχέση με τους εμπορικούς εταίρους της χώρας (εσωτερική υποτίμηση).
Με βάση τη λογική του Μνημονίου, οι πολιτικές λιτότητας για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος θα προκαλέσουν αρχικά ύφεση, η οποία όμως είναι λειτουργική για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και άρα την ανάκαμψη της οικονομίας. Διότι οι μισθωτοί και τα συνδικάτα θα εξαναγκασθούν - είτε προς αποφυγή είτε ως συνέπεια της ανεργίας που προκαλεί η ύφεση - σε μειώσεις μισθών και ελαστικοποίηση των όρων απασχόλησης και εργασίας, που οδηγούν σε μείωση του εργατικού κόστους. Για να επιταχυνθεί η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης και τα αποτελέσματά της να είναι μόνιμα, πραγματοποιούνται θεσμικές ανατροπές στις εργασιακές σχέσεις (διευκόλυνση απολύσεων, επιχειρησιακές συμβάσεις, διαιτησία κλπ). Έτσι η δημοσιονομική «θεραπεία σοκ» συμβάλλει στη «εσωτερική υποτίμηση», που με τη σειρά της οδηγεί το κεφάλαιο σε έξοδο από την κρίση και τον κόσμο της εργασίας σε ανεργία, φτώχεια και εργασιακό μεσαίωνα.
Όμως η εξέταση των αιτιών της επιδείνωσης του εξωτερικού ελλείμματος, με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία και τις σχετικές μελέτες, δείχνει ότι αυτή οφείλεται σε μικρό βαθμό στην μείωση της ανταγωνιστικότητας-τιμής και ακόμη λιγότερο στην αρνητική εξέλιξη του εργατικού κόστους.

Εξέλιξη και αιτίες του εξωτερικού ελλείμματος
Πρόσφατη μελέτη της Τράπεζας Ελλάδος1 μας επιτρέπει την παρακολούθηση της εξέλιξης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς τους προσδιοριστικούς της παράγοντες. Καταρχήν, είναι καλό να γνωρίζουμε ότι το μέσο ετήσιο έλλειμμα κατά την εικοσιπενταετία 1974-1998 ανέρχονταν σε 3,6% του ΑΕΠ, ενώ το 1994 αυτό σχεδόν μηδενίστηκε. Μεγάλη αύξηση σημειώθηκε πριν την ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ (1999-2000) και την περίοδο μετά το 2004. Τη διετία 2007-2008 το έλλειμμα υπερέβη το 14% του ΑΕΠ, που ήταν το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 35 ετών.
Στην αρνητική εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά την δεκαετία 1999-2008 συνέβαλαν οι δυσμενείς εξελίξεις στα ισοζύγια αγαθών και υπηρεσιών αθροιστικά κατά 31%, το ισοζύγιο εισοδημάτων κατά 33% και το ισοζύγιο τρεχουσών μεταβιβάσεων κατά 36%. Άρα η επιδείνωση οφείλεται κατά δύο τρίτα στο ισοζύγιο εισοδημάτων (κυρίως λόγω των ολοένα και υψηλότερων πληρωμών για το διογκούμενο εξωτερικό χρέος) και στο ισοζύγιο τρεχουσών μεταβιβάσεων (κυρίως λόγω της σταδιακής υποχώρησης των καθαρών τρεχουσών μεταβιβάσεων από την Ε.Ε. – αγροτικές επιδοτήσεις ΚΑΠ - και δευτερευόντως των μεταναστευτικών εμβασμάτων), που δεν αντισταθμίζουν πλέον, όπως παλαιότερα, σημαντικό τμήμα της ελλειμματικότητας του εμπορικού ισοζυγίου.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών ανέρχονταν ήδη στο 9,7% του ΑΕΠ το 2000. Στη συνέχεια σταδιακά υποχώρησε, ενώ από το 2005 άρχισε και πάλι να διευρύνεται για να φθάσει στο 11% του ΑΕΠ το 2008. Στην πρόσφατη επιδείνωση, τα ισοζύγια καυσίμων και πλοίων έπαιξαν τον μεγαλύτερο ρόλο. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, που επιδεινώνει σημαντικά το εμπορικό ισοζύγιο λόγω της πετρελαϊκής εξάρτησης της χώρας, και η εισαγωγή πλοίων, για την εξυπηρέτηση των αναγκών επέκτασης του ναυτιλιακού κεφαλαίου, ήταν οι βασικοί παράγοντες επιδείνωσης του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών την περίοδο 2005-2008. Ακολουθεί η μείωση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής, με βάση τις σχετικές τιμές των προϊόντων. Όμως, η εξέλιξη του εργατικού κόστους έπαιξε από μικρό έως ασήμαντο ρόλο σ’ αυτήν τη μείωση.
Η ανατίμηση του ευρώ κατά 36% μεταξύ 2001 και 2008 ήταν ο βασικός λόγος της επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας-τιμής των εγχώριων προϊόντων έναντι αυτών των εμπορικών εταίρων της Ελλάδας εκτός ευρωζώνης, ενώ ο συγκριτικά υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα (κατά 1% περίπου ετησίως) είναι ο κύριος λόγος επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας-τιμής των ελληνικών προϊόντων έναντι αυτών των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης. Η ίδια όμως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγνώρισε ότι ο υψηλότερος πληθωρισμός της Ελλάδας μεταξύ 1999-2004 οφειλόταν κατά τα 67% στα μεγάλα περιθώρια κέρδους και κατά 20% στους εμμέσους φόρους, ενώ μόνο κατά 13% στο κόστος εργασίας.2
Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το εμπορικό ισοζύγιο χωρίς καύσιμα και πλοία όχι μόνο δεν χειροτέρευσε αλλά βελτιώθηκε ελαφρά την περίοδο 2001-2005. Αυτό υποδηλώνει την ύπαρξη άλλων προσδιοριστικών παραγόντων που πρόσκαιρα υπεραντιστάθμισαν την αρνητική επίδραση της απώλειας ανταγωνιστικότητας-τιμής, με βασικότερο τον γεωγραφικό αναπροσανατολισμό του εξωτερικού εμπορίου προς τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης.

Δημόσιο χρέος και εξωτερικό έλλειμμα
Σύμφωνα με την προαναφερθείσα μελέτη της Τράπεζας Ελλάδος, κύριο χαρακτηριστικό της χρηματοδότησης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών την περίοδο 2000-2008 ήταν η μηδενική συμβολή των ξένων άμεσων επενδύσεων και η εξάρτηση της χρηματοδότησης κατά 66% από την καθαρή εισροή κεφαλαίων για επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Οι μεταβιβάσεις από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ε.Ε. συμμετείχαν στη χρηματοδότηση κατά 15%, ενώ το υπόλοιπο 19% καλύφθηκε από τις τοποθετήσεις ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων και θεσμικών επενδυτών σε καταθέσεις και ρέπος στην Ελλάδα.
Το 79,8% της καθαρής εισροής κεφαλαίων για επενδύσεις χαρτοφυλακίου συνίσταται σε τοποθετήσεις επενδυτών από το εξωτερικό σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου και συνδέεται με τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αναχρηματοδότησης του δημόσιου χρέους. Οι εισροές αυτές συνέβαλαν στην αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, καθώς οι καθαρές πληρωμές τόκων (που εγγράφονται στο ισοζύγιο εισοδημάτων) υπερδιπλασιάστηκαν την περίοδο 2000-2008 και ανήλθαν σε 3,4% του ΑΕΠ το 2008.

Δίδυμα ελλείμματα
Οι συντάκτες του Μνημονίου, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και όλοι οι ορθόδοξοι οικονομολόγοι θεωρούν ότι η βασική αιτία της εκτόξευσης του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μετά το 1998 ήταν η υπερκατανάλωση, για την οποία ευθύνονται τα δημόσια ελλείμματα και η υποχώρηση της ροπής των νοικοκυριών προς αποταμίευση. Συνεπώς, οι πολιτικές ύφεσης απαντούν και στο δημόσιο χρέος και στο εξωτερικό έλλειμμα.
Η εγχώρια ζήτηση όντως αποτέλεσε τον κινητήρα της ελληνικής οικονομίας την περίοδο 1995-2008, που της επέτρεψε να αναπτυχθεί κατά 20% περισσότερο από όσο οι άλλες 35 αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου (Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και απασχόληση 2010), ενώ οι αποταμιεύσεις μειώθηκαν από 20,4% του ΑΕΠ το 1994 σε 7,1% του ΑΕΠ το 2008 (το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. των 27, με μέσο όρο 20,4%). Ωστόσο, η εμπορευματική σύνθεση των εισαγωγών της περιόδου 1999-2008 δείχνει ότι 60% περίπου των εισαγομένων προϊόντων είχαν ως τελικό χρήστη τις επιχειρήσεις και το υπόλοιπο 40% τα νοικοκυριά (Μελέτη Τράπεζας Ελλάδος). Αυτό δείχνει ότι η πραγματική σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τις άλλες χώρες της Ε.Ε. την περίοδο 1995-2008 στηρίχθηκε στον υψηλό ρυθμό συσσώρευσης του κεφαλαίου και την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Κλειδί αυτής της θετικής εξέλιξης ήταν η αισθητή μείωση των ονομαστικών και πραγματικών επιτοκίων από το 1995 και ύστερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης της Ελλάδας στην ΟΝΕ και αργότερα της συμμετοχής στην ευρωζώνη. Η μείωση αυτή έδωσε ισχυρότατη ώθηση στην κατανάλωση και τις επενδύσεις, αλλά αποτέλεσε – όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων με την παγκόσμια κρίση – και την αχίλλειο πτέρνα του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, λόγω του υπερβολικού δημόσιου δανεισμού.
Πράγματι λοιπόν, ο ταχύτερος ρυθμός αύξησης της ζήτησης στην Ελλάδα έναντι των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης και των άλλων εμπορικών της εταίρων, ώθησε σε ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών έναντι των εξαγωγών. Ωστόσο, η συνταγή της ύφεσης μπορεί μεν βραχυχρόνια να ευνοεί την ισορροπία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μειώνοντας απότομα και αισθητά την εγχώρια ζήτηση και θέτοντας σε λειτουργία τη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης, αλλά πέραν των κοινωνικών καταστροφών που προκαλεί, υποσκάπτει την αναπτυξιακή προοπτική και την ποιοτική αναβάθμιση των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας, από τις οποίες εξαρτάται όχι μόνο η κοινωνική πρόοδος αλλά και η βελτίωση της «διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας» της οικονομίας, δηλαδή η ποιότητα, η προστιθέμενη αξία και το τεχνολογικό περιεχόμενο των προϊόντων που παράγει. Το «δόγμα του σοκ» καταστρέφει ολόκληρα τμήματα του παραγωγικού ιστού ενώ ταυτόχρονα πνίγει τις επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές), που αποτελούν αναγκαία (αν και όχι ικανή) προϋπόθεση για την τεχνολογική και ποιοτική αναβάθμιση της εγχώριας παραγωγής, που μόνο αυτή θα μπορέσει να επιφέρει ταυτόχρονα ισορροπία στις εξωτερικές οικονομικές συναλλαγές και προοπτική βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού.

Σημειώσεις:
1. Τράπεζας Ελλάδος, «Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών της Ελλάδος. Αιτίες ανισορροπιών και προτάσεις πολιτικής», Αθήνα, Ιούλιος 2010.
2. ECB (2006), «Monetary Policy and Inflation Differentials in a Heterogeneous Currency Area», ECB Monthly Bulletin, July, 61-77.

* Η Μαρία Καραμεσίνη διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Δημοσιεύθηκε στην ΕΠΟΧΗ 21/02/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου