...

...

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Ενας στοχαστής απέναντι σε ψεύδος και κομφορμισμό

 ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ

50 χρόνια από τον θάνατο του Αλμπέρ Καμί

Albert Camus
Πριν από 50 χρόνια, στις 4 Ιανουαρίου 1960, ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ο Μισέλ Γκαλιμάρ, ανιψιός του γνωστού Γάλλου εκδότη, ξέφυγε από την πορεία του και έπεσε με ορμή πάνω σε ένα δέντρο. Από τα συντρίμμια του ανασύρθηκε νεκρός ο Αλμπέρ Καμί. Ηταν μόλις 46 χρόνων. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα μιας συζήτησης για τον Αλμπέρ Καμί, στην οποία συμμετείχαν ο Ισπανός φιλόσοφος Φερνάντο Σαβατέρ, ο Ιταλός φιλόσοφος Πάολο Φλόρες ντ' Αρκάις, ο Γάλλος φιλόσσοφος Αλέν Φινκιελκρότ και η μελετήτρια του έργου του Καμί Ζακλίν Λεβί-Βαλενσί.
Η συζήτηση αυτή αποτέλεσε μιαν από τις εκδηλώσεις διεθνούς συμποσίου αφιερωμένου στον Καμί, που έγινε στο Κέντρο Πομπιντού, στο Παρίσι, στις 29 και 30 Νοεμβρίου 2002.

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΣΑΒΑΤΕΡ: 
Θα ήθελα να δώσω μια προσωπική μαρτυρία της σχέσης μου με τον Καμί. Εγώ δεν είμαι ένα σημαντικό πρόσωπο, αλλά νομίζω ότι αυτή η μαρτυρία μπορεί να φωτίσει την επίδραση που άσκησε ο Καμί σε δύο ή τρεις γενιές Ευρωπαίων που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη βία, με τα προβλήματα που εσείς γνωρίζετε εξίσου καλά με μένα. Θυμάστε το μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Ταξίδι στο κέντρο της γης». Σε κάθε δύσκολη κατάσταση, οι πρωταγωνιστές βρίσκουν τα γραμμένα λόγια ενός που είχε προηγηθεί από αυτούς, που είχε ανοίξει τον δρόμο και που τους επιτρέπει να προσανατολίζονται. 
Ο Καμί έπαιξε περίπου αυτόν τον ρόλο για μένα. Σε κάθε σταυροδρόμι της ζωής μου, έβρισκα πάντοτε μερικά λόγια του που μου επέτρεπαν να προσανατολίζομαι. Νομίζω ότι άρχισα να τον διαβάζω τη μέρα του θανάτου του. Ημουν 14 ετών και ζούσα στην Ισπανία υπό τη δικτατορία του Φράνκο. Διάβασα στις εφημερίδες την είδηση του θανάτου του και με συγκλόνισε ο παράλογος θάνατος ενός μεγάλου συγγραφέα και ενός ακόμα τόσο νέου ανθρώπου. 
Προσπάθησα τότε να βρω τα βιβλία του, πράγμα που ήταν σχεδόν αδύνατο στη φρανκική Ισπανία. Αλλά ευτυχώς κατοικούσα στο Σαν Σεμπαστιάν, είμαι Βάσκος, και σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο βρήκα μερικά. Αρχισα να τα διαβάζω, να εντυπωσιάζομαι, να ενθουσιάζομαι, αλλά όταν άρχισα να μιλώ γι' αυτόν με εκείνες τις νεανικές ομάδες του λυκείου, του πανεπιστημίου, που αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο την αντιφρανκική αντίσταση, τον βρήκα λίγο ύποπτο. 
Ηταν βέβαια αντιφρανκικός, είχε γράψει θαυμάσια κείμενα, αλλά η αντιφρανκική ορθοδοξία τον έβρισκε πάντοτε ύποπτο: δεν ήταν κομμουνιστής, είχε εκφραστεί με πολύ σκληρό τρόπο εναντίον του ολοκληρωτισμού και υπήρχε πάντοτε κάτι το αμφίσημο σε αυτόν. Του ήταν ευγνώμονες επειδή ήταν αντιφρανκικός, αλλά δεν ήθελαν να είναι πολύ κοντινοί σε αυτόν, εξαιτίας των ελάχιστα ορθόδοξων θέσεών του με βάση εκείνη τη μαρξιστική και κομμουνιστική ορθοδοξία που αντιπάλευε τον φρανκισμό. 
Ο καιρός πέρασε, ευτυχώς ο Φράνκο πέθανε, η δικτατορία τέλειωσε και, στη χώρα των Βάσκων, βρέθηκα σε μια κατάσταση σχεδόν εξίσου ολοκληρωτική εξαιτίας της τρομοκρατίας της ΕΤΑ και των επιθέσεών της. Είδα γύρω μου τη σιωπή και τον φόβο. Πολλά πρόσωπα, που προσπαθούσαν να μην κάνουν στενά εθνικιστική πολιτική και τα οποία εγώ γνώριζα, δολοφονήθηκαν. Στη δεκαετία του '80 διατυπωνόταν ένας σαφής λόγος εναντίον της τρομοκρατίας, αλλά οι τρομοκράτες, δεδομένου ότι ήταν της Αριστεράς και αντιφρανκικοί, προκαλούσαν παρ' όλα αυτά ένα είδος σεβασμού. Οι άνθρωποι απέρριπταν τη βία, ήταν εναντίον των επιθέσεων, αλλά στο βάθος κανείς δεν μιλούσε για το πρόβλημα ούτε και αποκαλούσε τα πράγματα με το όνομά τους. 
Εκείνη την περίοδο βρήκα σε ένα απόσπασμα της «Πανούκλας» μια σκέψη που με συγκίνησε: «Εχω ακούσει τόσους συλλογισμούς που μου έχουν σχεδόν ζαλίσει το κεφάλι και που έχουν ζαλίσει αρκετά άλλα κεφάλια, προκειμένου να τα κάνουν να συναινέσουν στον φόνο, ώστε κατάλαβα ότι όλη η δυστυχία των ανθρώπων οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν έχουν καθαρή γλώσσα. Τότε πήρα την απόφαση να μιλάω και να δρω καθαρά, για να μπω στον σωστό δρόμο. Συνεπώς, είπα ότι υπάρχουν μάστιγες και θύματα και τίποτα περισσότερο». 
Αυτές οι φράσεις είχαν μεγάλη σημασία για μένα, καθώς τότε έγραφα σε προοδευτικές εφημερίδες, όπως η El Pais, σε μια Ισπανία όπου βασίλευε μεγάλη σιωπή για την τρομοκρατία και αυτά τα κείμενα με ενθάρρυναν να μιλάω καθαρά, να λέω ότι υπάρχουν θύματα, δήμιοι, εγκλήματα. Η δολοφονία ενός ανθρώπου δεν είναι πολιτικό επιχείρημα. Είναι δολοφονία ενός ανθρώπου και τίποτε άλλο. 
Υπάρχει ένα άλλο πολύ γνωστό χωρίο του «Εξεγερμένου ανθρώπου», που νομίζω ότι εκφράζει την ουσία των σημερινών προβλημάτων, της ιστορίας μας και της πάλης μας για δικαιοσύνη: «Η απόλυτη ελευθερία χλευάζει τη δικαιοσύνη, η απόλυτη δικαιοσύνη αρνείται την ελευθερία. Για να είναι γόνιμες οι δύο έννοιες πρέπει να βρίσκουν η μια μέσα στην άλλη τα όριά τους. Κανένας άνθρωπος δεν θεωρεί την κατάστασή του ελεύθερη αν δεν είναι δίκαιη, ούτε τη θεωρεί δίκαιη αν δεν είναι ελεύθερη». 

ΖΑΚΛΙΝ ΛΕΒΙ-ΒΑΛΕΝΣΙ: 
Στη σκέψη και στο έργο του Αλμπέρ Καμί υπάρχει μια πολύ φανερή συνέπεια, η οποία, στον κόσμο της αταξίας, της σύγχυσης, του πολιτικού ψεύδους, στον οποίο ζούμε σήμερα, λειτουργεί ευεργετικά και μας καθησυχάζει κατά κάποιον τρόπο για το ανθρώπινο πνεύμα, για τις δυνατότητες του ανθρώπου να έχει ένα βλέμμα συνετό, συνεπές, μετρημένο, πάνω στην Ιστορία και την πολιτική. Πιστεύω πράγματι ότι στην τωρινή κατάσταση της Ιστορίας και του κόσμου στην Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή, στην Αλγερία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καμί έχει ακόμα πολλά να πει. 
Ορισμένα προφανή: τίποτα δεν μπορεί να νομιμοποιεί τη δολοφονία, ο σκοπός δεν μπορεί να δικαιολογεί τα μέσα, η «βία είναι ταυτόχρονα αναπόφευκτη και απαράδεκτη». Χρειάζεται επομένως να διατηρούμε τον χαρακτήρα της ως εξαίρεσης και να μην τη μετατρέπουμε σε μέσο για την επίτευξη των σκοπών μας. 
Σε ένα από τα κείμενα του Καμί βρίσκουμε και την ιδέα ότι πρέπει να κατανοούμε τους λόγους του αντιπάλου, όχι για να τον δικαιολογούμε, αλλά για να τον κατανοούμε και να του απαντάμε, για να προσπαθούμε να τον πείσουμε, για να προσπαθούμε να δούμε αυτό που μπορεί να είναι δίκαιο στην εξέγερσή του και άδικο στα μέσα που χρησιμοποιεί για να την κάνει να θριαμβεύσει. 

ΑΛΕΝ ΦΙΝΚΙΕΛΚΡΟΤ: 
Διαπιστώνω ότι το ζήτημα της επικαιρότητας του Καμί κρύβει μια παγίδα. Γιατί ο Καμί αφιέρωσε πολλή ενέργεια, χρόνο, δράση και σκέψη στην κριτική του ολοκληρωτισμού και εμείς έχουμε την αίσθηση, την πιθανόν δικαιολογημένη, ότι ο ολοκληρωτισμός ανήκει στο παρελθόν. Μπορεί βέβαια να νιώσουμε τον πειρασμό να πούμε ότι άσκησε κριτική στον ολοκληρωτισμό, αλλά ο Καμί είναι επίκαιρος στο μέτρο που δεν παρέλειψε να ασκήσει κριτική και στις κοινωνίες μας, οι οποίες άλλωστε συνεχίζουν σήμερα να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούσαν και χθες, στους καιρούς του. Με άλλα λόγια, η κριτική του ολοκληρωτισμού θα ήταν αυτονόητη και, σε ένα στοχασμό για τον Καμί, δεν θα 'πρεπε να εξετάζουμε την τωρινή μας εποχή. Κάνοντας έτσι, λησμονούμε ότι αυτό που ήταν αυτονόητο εκείνη την περίοδο -τουλάχιστον για τη διανόηση- ήταν ακριβώς η προσχώρηση στον ολοκληρωτισμό ή, αν όχι η προσχώρηση, η αποδραματοποίησή του, η υποβάθμισή του, το να είμαστε συνοδοιπόροι του. Και δεν προστατευόμαστε από τον σημερινό κομφορμισμό, αν δεν παίρνουμε προφυλάξεις απέναντι στον χθεσινό κομφορμισμό. Ακριβώς γι' αυτό, θα ήθελα να διαβάσω δύο σύντομα αποσπάσματα από ένα άρθρο αφιερωμένο στον Καμί, την επαύριο του θανάτου του, γραμμένο από τον Πολωνό ποιητή Τσέσλαβ Μίλος, ο οποίος κατοικούσε τότε στη Γαλλία. Στα τέλη της δεκαετίας του '40 ήταν διπλωμάτης στην πολωνική πρεσβεία στο Παρίσι, έπειτα ζήτησε πολιτικό άσυλο και έζησε μερικά χρόνια στη Γαλλία, για να μεταναστεύσει στη συνέχεια για δεύτερη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες: «Θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί εκείνοι που σαν και μένα προέρχονται από την Ανατολική Ευρώπη νιώθουν τόση ευγνωμοσύνη για τον Καμί. Μας ήταν πιο οικείος -νομίζω ότι μπορώ να μιλάω στο όνομα και άλλων προσώπων- από όλους σχεδόν τους σύγχρονους Γάλλους συγγραφείς. Ο ιστορικός παραλληλισμός δεν ήταν αμελητέος παράγοντας. Οι Γάλλοι διανοούμενοι της δεκαετίας του '40 και του '50 ήταν γοητευμένοι από την Ιστορία. Και εμείς ήμασταν, αλλά με ένα διαφορετικό τρόπο. Αυτοί απέβλεπαν σε ένα είδος προσωπικού κορεσμού μέσα από το έργο της ιστορικότητας. Εμείς ήμασταν ήδη κορεσμένοι και γι' αυτό περνούσαμε, θα μπορούσαμε να πούμε, από την άλλη πλευρά». 
Ήταν οι ακτές της Αφρικής και η λαϊκή του καταγωγή που διέσωζαν τον Καμί από μια κακή αστική συνείδηση; Σε κάθε περίπτωση, αυτός αντιμετώπιζε τα είδωλα του καιρού του με μια δυσπιστία, για την οποία πλήρωνε το τίμημα, επειδή οι διανοούμενοι δεν συγχωρούν μια τέτοια έλλειψη σεβασμού για τις μεταεγελιανές θεωρητικές επινοήσεις. 
Διαβάζω και αυτό το άλλο απόσπασμα, που νομίζω ότι είναι ακόμα πολύ ενδιαφέρον, πολύ αληθινό: 
«Ο Καμί υπήρξε ένας από τους λίγους δυτικούς διανοούμενους που μου έτειναν το χέρι, όταν εγκατέλειψα τη σταλινική Πολωνία το 1951, ενώ άλλοι με απέφευγαν και με θεωρούσαν σαν ένα μίασμα και σαν κάποιον που αμάρτησε ενάντια στο μέλλον. Αυτός ήταν ο κομφορμισμός, δεν ήταν θιασώτες του ολοκληρωτισμού επειδή αγαπούσαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν ήταν θιασώτες του ολοκληρωτισμού από κάποια έλξη προς τη βία και την ωμότητα. Αποδέχονταν τις δυσάρεστες πραγματικότητες λέγοντας ότι είναι η φωνή, το κόμμα του μέλλοντος. Είναι αρκετά σκληρό -για ένα φτωχοδιάβολο που δεν είχε ποτέ άλλη περιουσία από το τομάρι του και την πένα του- να σε παρουσιάζουν στον Τύπο σαν ένα χορτάτο αστό που εγκατέλειψε τη σοσιαλιστική του πατρίδα. Δεν έπαψα ποτέ να δέχομαι παρόμοιες "φιλοφρονήσεις" και εκείνη η περίοδος ήταν πολύ δύσκολη. Με τη Δεξιά δεν υπήρξε κοινή γλώσσα, με την Αριστερά υπήρχε μια ολική παρεξήγηση, επειδή οι πολιτικές μου απόψεις προηγούνταν μερικά χρόνια από αυτό που θα γινόταν κοινός τόπος μετά το 1956. Σε μια τόσο στενάχωρη κατάσταση, η φιλία αναθερμαίνει και δίνει εκείνο το ελάχιστο ασφάλειας, χωρίς το οποίο αυτοεκτίθεται κανείς σε μηδενιστικούς πειρασμούς. Οι εγελιανοί διανοούμενοι δεν θα κατανοήσουν ποτέ ποιες συνέπειες μπόρεσαν να έχουν οι δικές τους εξυπνάδες στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων και ποια άβυσσο έσκαβαν ανάμεσα στους εαυτούς τους και τους κατοίκους της Ανατολικής Ευρώπης, ανεξάρτητα αν ήταν πληροφορημένοι ή όχι για τον Μάο. Η φιλοσοφία είναι κάτι πολύ σαρκικό, ψυχραίνει το βλέμμα ή, όπως συμβαίνει με τον Καμί, εισάγει στον άνθρωπο την εγκαρδιότητα ενός αδελφού». 
Φτάνω τώρα σε αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα ερώτημα: μιλήσατε για την τρομοκρατία και προφανώς ο νους μας πάει σε αυτή τη ριζική και αδιάλλακτη καταδίκη της τρομοκρατίας από μέρους του Καμί. Η πιο άμεση και καυτή επικαιρότητα μας παραπέμπει σήμερα με ιδιαίτερο τρόπο σε αυτή τη φράση του Καμί: «Οποια και αν είναι η υπόθεση που υπερασπιζόμαστε, αυτή θα παραμένει πάντα ατιμασμένη από την τυφλή σφαγή ενός αθώου πλήθους, κατά την οποία ο φονιάς γνωρίζει προκαταβολικά ότι θα σκοπεύσει τη γυναίκα και το παιδί». 
Μπορούμε όμως να αναρωτηθούμε από πού ήρθε στον Καμί η δύναμη, η αυστηρότητα αυτής της καταδίκης. Σίγουρα από μια ορισμένη ηθική ακεραιότητα, αλλά ίσως από κάτι περισσότερο, ίσως από κάτι βαθιά φιλοσοφικό και μάλιστα οντολογικό. Ο Καμί λέει: «Δεν ζούμε από πάλη και από μίσος, δεν πεθαίνουμε πάντα με τα όπλα στα χέρια. Υπάρχει η Ιστορία και υπάρχει και κάτι άλλο. Η απλή ευτυχία, το πάθος των ανθρώπινων υπάρξεων, η φυσική ομορφιά». Στην απάντησή του στον «Εξεγερμένο άνθρωπο» ο Σαρτρ λέει: «Ολη την αξία που ένας καταπιεσμένος μπορεί ακόμα να έχει στα δικά του μάτια τη βάζει στο μίσος που έχει για άλλους ανθρώπους και η φιλία του για τους συντρόφους του περνάει μέσα από αυτό το μίσος». Μια ύπαρξη είναι τρομερά κορεσμένη από την ιστορικότητα (για να μιλήσουμε όπως ο Μίλος) και μια ψυχολογία έχει ολικά κυριαρχηθεί από το μίσος. 
Έτσι επιβάλλεται η τρομοκρατία και αν ο Καμί την απορρίπτει είναι επειδή είναι ένας στοχαστής του ορίου, είναι πάντοτε ένας στοχαστής του ορίου. 
Το όριο είναι αληθινά η έμμονη ιδέα του. Υπάρχει η Ιστορία, υπάρχει και κάτι άλλο. Μια οντολογία του ορίου, ιδού αυτό που βλέπω στον Καμί και ιδού το ερώτημα που θα ήθελα να θέσω: αυτή δεν είναι μήπως η πρωτοτυπία του σε έναν κόσμο, σε μια κοινωνία, σε μια προμηθεϊκή νεωτερικότητα, που διακατέχεται από την ιδέα της υπέρβασης όλων των ορίων; Αυτός ο στοχαστής είναι πάντοτε προσεκτικός στον κίνδυνο της απώλειας του μέτρου. Ισως αυτή η προσοχή είναι που συνδέει όλες του τις κριτικές: την κριτική τον ολοκληρωτισμού, την κριτική της τρομοκρατίας και ίσως και ορισμένων τεχνικο-οικονομικών όψεων μιας κοινωνίας, η οποία δεν παύει να προχωράει προς τα μπρος περιφρονώντας όλα τα όρια. 

ΠΑΟΛΟ ΦΛΟΡΕΣ ΝΤ' ΑΡΚΑΪΣ: 
Εσείς μιλήσατε για μια «σκέψη των ορίων», εγώ νομίζω ότι θα μπορούσαμε να πούμε και ότι ο Καμί είναι ο μεγάλος στοχαστής του πεπερασμένου. Και ακριβώς αυτό αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τη φιλοσοφική του επικαιρότητα. Υπάρχει μια φράση του που μου έκανε πάντοντε μεγάλη εντύπωση: «Οταν το προσωρινό καλύπτει ολόκληρο τον χρόνο της ζωής ενός ανθρώπου, τότε γι' αυτόν τον άνθρωπο είναι το τελειωτικό». Αυτή η ιδέα μιας «φιλοσοφίας του πεπερασμένου» δεν υιοθετείται από τον Καμί απλώς ως σημείο αφετηρίας. Εχω την εντύπωση ότι ο Καμί είναι μάλλον ένας από τους λίγους φιλοσόφους που διατήρησε με συνέπεια αυτή την άποψη σε όλη τη διαδρομή του φιλοσοφικού του στοχασμού. Στη συζήτησή μας έγινε αναφορά σε δύο λέξεις που συνδέονται στενά μεταξύ τους: ολοκληρωτισμός και κομφορμισμός. Και στον Καμί υπάρχουν πολλά κείμενα όπου ο ολοκληρωτισμός παρουσιάζεται όχι μόνον ως το έγκλημα μιας κοινωνίας στην οποία έχουν αρνηθεί ολικά την πολιτική ελευθερία, αλλά κυρίως και πάνω απ' όλα ως μια κοινωνία όπου αναπτύσσονται στο έπακρο το ψεύδος και ο κομφορμισμός. Και επομένως η κριτική που ο Καμί ασκεί στη δυτική κοινωνία, στην οποία ζει, είναι κατά κάποιον τρόπο η κριτική προς εκείνο τον πυρήνα και τον κίνδυνο ολοκληρωτικών εκτροπών, που το ψεύδος και ο κομφορμισμός μπορούν πάντοτε να γεννούν. 
Το έπακρο του κομφορμισμού και το έπακρο του ψεύδους προετοιμάζουν τον ολοκληρωτισμό και επομένως, ακόμα και στις πιο ελεύθερες κοινωνίες που έχει γνωρίσει η Ιστορία, διατρέχουμε διαρκώς τον κίνδυνο να χάσουμε αυτές τις ελευθερίες εξαιτίας του ίδιου του γεγονότος του κομφορμισμού και του ψεύδους. 
Είναι φανερό ότι αυτές οι δύο λέξεις -ψεύδος και κομφορμισμός- προκαλούν πάντοτε συγκρούσεις νοηματοδότησης, που αποτελούν αληθινούς πολιτικούς αγώνες, καθώς συχνά είναι οι πολιτικοί, οι οποίοι λένε τα περισσότερα ψεύδη, εκείνοι που θα μιλήσουν περισσότερο για την αλήθεια και θα υποστηρίξουν ότι η αλήθεια είναι το ιδεώδες τους. Κανείς πράγματι δεν υιοθετεί ανοιχτά το ψεύδος ως αξία. Η πάλη για το νοήμα των λέξεων είναι επομένως αδιάκοπη. 
Ο Καμί πήρε τις λέξεις αλήθεια και ψεύδος με το πιο απλό τους νόημα, μέσα στη γυμνότητά τους, τη στερούμενη κάθε ερμηνείας. Ο Καμί απέδωσε σε αυτές τις λέξεις τη συγκεκριμένη απλότητά τους, εκείνη ακριβώς που πολύ συχνά και διόλου τυχαία χάνεται. Ιδού λοιπόν ποιο είναι το καθήκον και το χρέος του διανοούμενου: αίσθηση των ορίων μπροστά στις μεγάλες αξίες για τις οποίες οφείλει να μάχεται και συνέπεια της δράσης, της πράξης σε σχέση με τα λόγια. Γιατί αν η λέξη αλήθεια δεν καταλήγει να φθείρεται στον Καμί, αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι καθημερινά αυτός έπαιρνε θέση για όλα τα ζητήματα του καιρού του, καταδεικνύοντας το πώς ο ίδιος προσχωρεί στην πιο απλή ιδέα αλήθειας μέσα από τις πράξεις του. Με άλλα λόγια: μια φιλοσοφία του μέτρου σε σχέση με τις μεγάλες αξίες, νοούμενη και ως φιλοσοφία της συνέπειας ανάμεσα σε αυτό που λέμε και σε αυτό που κάνουμε (...).

Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17/04/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου