...

...

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Μη φοβάσαι!

Κείμενο, συνέντευξη Αφροδίτη Πολίτη

Ο φόβος ως πολιτικό εργαλείο και πώς θα τον αχρηστέψουμε
ΜΕ ΤΟΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟ ΚΑΘΗΓΗΤΗ COREY ROBIN

Corey Robin
Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε: τη χρεοκοπία, την απόλυση, την κατάρρευση του ευρώ, τους ιούς, τους χωρισμούς, μήπως πέσει ο ουρανός στα κεφάλια μας. Κι όμως, ο αμερικανός καθηγητής Κόρεϊ Ρόμπιν με το βιβλίο του «Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας» αποκαλύπτει ότι ο φόβος είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης.
Το δηλητήριο που παραλύει τη δράση και την αντίσταση στην επέλαση οποιασδήποτε εξουσίας. Υπάρχει αντίδοτο; Ναι, λέει ο καθηγητής. Να ξεφοβηθούμε και να αντεπιτεθούμε.
Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας». Ο τίτλος στο εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια μοιάζει να αναφέρεται (και) στην κατάσταση στην Ελλάδα. Ο αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Κόρεϊ Ρόμπιν έγραψε το βιβλίο όταν μεσουρανούσε ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» και τη διεθνή πολιτική υπαγόρευε ο φόβος των τρομοκρατικών χτυπημάτων.
Σήμερα τη σκυτάλη στη φοβική ατζέντα παραλαμβάνει ο οικονομικός φόβος, καθώς καλούμαστε να φτωχύνουμε για να μην πτωχεύσουμε. Η κάμερα της εξουσίας αλλάζει γωνία λήψης, η ταινία εξακολουθεί να είναι θρίλερ. Μια συνέντευξη με το συγγραφέα του «Φόβου» επιβάλλεται, ειδικά τώρα που το αμερικανικό μοντέλο του φόβου και της αυθαιρεσίας στο χώρο εργασίας έρχεται στη χώρα μας μέσω μνημονίου, με την κατεδάφιση των συλλογικών συμβάσεων και την καταπάτηση στοιχειωδών δικαιωμάτων.
Οχι, όμως, για να σκιαχτούμε κι άλλο, αλλά επειδή είναι -επιτέλους- καιρός να ξεφοβηθούμε.

Πόσο έχει αλλάξει η πολιτική του φόβου από τότε που ξέσπασε η οικονομική κρίση;
«Το οικονομικό άγχος παίζει μεγαλύτερο ρόλο τώρα από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας και ο φόβος της τρομοκρατίας φαίνεται να έχει υποχωρήσει. Ομως η πολιτική του φόβου παραμένει: οι πολιτικοί ηγέτες και οι ελίτ επιλέγουν κάθε φορά να εστιάσουν σε κάτι ως αντικείμενο ανησυχίας. Παρότι το οικονομικό άγχος έχει αυξηθεί απότομα τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικές ελίτ δεν του έχουν δώσει τόση σημασία – ή τουλάχιστον δεν το αναδεικνύουν σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής τους, όπως έκαναν με το φόβο της τρομοκρατίας. Σε επίπεδο δημοσιονομικών δαπανών και προϋπολογισμού, ο στρατιωτικός τομέας στις ΗΠΑ εξακολουθεί να καλύπτει ένα υπέρογκο ποσό ανελαστικών κονδυλίων».

Θεωρείτε, δηλαδή, ότι οι ελίτ δεν αντέδρασαν επαρκώς στο χρηματοπιστωτικό κραχ του ‘08;
«Η αντίδρασή τους δεν είχε ούτε κατά διάνοια την ίδια ένταση με την οποία αντέδρασαν στα χτυπήματα τις 11ης Σεπτεμβρίου. Τους πήρε πολύ χρόνο να συνειδητοποιήσουν τις επιπτώσεις του κραχ και σε κανένα βήμα της διαδικασίας δεν ξόδεψαν αρκετά χρήματα, ούτε έκαναν αρκετά για να αντισταθμίσουν τα προβλήματα που προξένησε το κραχ, όπως έχουν εύστοχα υποδείξει κριτικές φωνές σαν του Πολ Κρούγκμαν. Ολα αυτά επιβεβαιώνουν το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου μου: αν ο φόβος είναι πολιτική κατασκευή, αυτό σημαίνει ότι δεν γεννιούνται όλοι οι φόβοι ίσοι. Σε κάποιους δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ ό,τι σε άλλους».

Ποιος είναι ο ρόλος των δημοσιογράφων στην κατασκευή του πολιτικού φόβου, ειδικά σε μια εποχή κρίσης των ΜΜΕ;
«Θεωρώ ότι οι αλλαγές στο ρόλο των δημοσιογράφων και της δημοσιογραφίας γενικότερα στην πολιτική του φόβου είναι μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Οταν έγραψα το «Φόβο» η μπλογκόσφαιρα ήταν ακόμα στο ξεκίνημά της. Υπήρχε κριτική απέναντι στα ΜΜΕ, αλλά περιοριζόταν σε κάποιες λίγες αριστερές φωνές. Πλέον η κριτική απέναντι στα ΜΜΕ εκφράζεται από περισσότερες πηγές, με μεγαλύτερη δριμύτητα, από αρθρογράφους που επιτελούν έργο ζωτικής σημασίας. Μπορεί αυτές οι φωνές να μην επαρκούν για να αναχαιτίσουν τη χιονοστιβάδα πολιτικού φόβου -πολλοί από αυτούς έγραφαν ενάντια στον πόλεμο στο Ιράκ χωρίς να καταφέρουν να τον σταματήσουν-, προσφέρουν όμως ένα πολύτιμο βήμα στα κοινωνικά κινήματα και στους ακτιβιστές, για να εκφράσουν την κριτική τους και να αρθρώσουν εναλλακτικές προτάσεις. Οι δημοσιογράφοι εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να υπηρετούν το μηχανισμό του φόβου, έχουν όμως να αντιμετωπίσουν κάποιους πολύ σοβαρούς αντιπάλους – και αναφέρομαι κυρίως στα ανεξάρτητα μέσα στο διαδίκτυο».

Χρησιμοποιείτε διαφορετικές λέξεις (φόβος, τρόμος, άγχος, ολοκληρωτισμός) για να περιγράψετε την έννοια του πολιτικού φόβου στη σκέψη διαφορετικών φιλοσόφων. Ποια προσέγγιση θεωρείτε πιο επίκαιρη;
«Η προσέγγιση του Χομπς (την οποία αποκαλώ «φόβο») προσφέρει το πιο χρήσιμο πεδίο εκκίνησης για να αρχίσουμε να κατανοούμε την πολιτική του φόβου σήμερα. Αν και διαφωνώ με στοιχεία της ανάλυσής του (οπωσδήποτε διαφωνώ με την πολιτική του θέση), ο Χομπς εστιάζει στα κριτικά στοιχεία του φόβου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σύγχρονο θεωρητικό: αναδεικνύει το ρόλο των ελίτ εντός και εκτός της κρατικής μηχανής και της πολιτικής ιδεολογίας, στο πώς καθορίζουν τι πρέπει να φοβόμαστε στον δημόσιο βίο, πώς προσλαμβάνουμε αυτούς τους φόβους και πώς πρέπει να τους αντιμετωπίζουμε. Ασχολείται με το πώς οι πολιτιστικοί θεσμοί καλλιεργούν το φόβο. Στην εποχή του ήταν οι εκκλησίες και τα πανεπιστήμια· στην εποχή μας είναι τα ΜΜΕ. Επί πλέον, αναδεικνύει τη σχέση μεταξύ εσωτερικής πολιτικής και διεθνούς ασφάλειας. Εκεί που πιστεύω ότι κάνει λάθος είναι πως δίνει υ- περβολική έμφαση στην ενότητα κράτους και κοινωνίας των πολιτών. Θεωρώ ότι αυτοί οι θεσμοί μπορούν να είναι αποσπασματικοί και διαχωρισμένοι και, παρ’ όλα αυτά, να εξακολουθούν να γεννάνε το φόβο».

Αντίθετα με τον Χομπς, εσείς υποστηρίζετε ότι ο φόβος δεν είναι εποικοδομητικός. Τι μπορεί να μας εμπνεύσει αντί για το φόβο;
«Το σημείο εκκίνησης για μένα είναι η διανοητική και ηθική κληρονομιά της Αριστεράς, η έμφαση στην ισότητα, στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη δικαιοσύνη. Ο φόβος γίνεται καθοριστικός παράγοντας στη δημόσια ζωή, όταν δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να μας παρακινήσει σε δράση. Γι’ αυτό και η πολιτική του φόβου είναι τόσο ισχυρή σε μετεπαναστατικές ή αντεπαναστατικές εποχές όπως η δική μας. Οσο δυναμώνουν τα κοινωνικά κινήματα, η λαϊκή απαίτηση για ελευθερία και ισονομία τόσο λιγότερο επιρρεπείς γινόμαστε στην πολιτική του φόβου».

Στο κεφάλαιο του βιβλίου σας «Η αμερικανική εκδοχή του φόβου» περιγράφετε πώς λειτουργεί ο πολιτικός φόβος στις ΗΠΑ. Τι το ξεχωριστό έχουν οι ΗΠΑ σε σχέση με τα ευρωπαϊκά κράτη;
«Οι ΗΠΑ έχουν τρία χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν από τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη: Πρώτο, η κυβέρνηση είναι περισσότερο πολυδιασπασμένη απ’ ό,τι (για πα- ράδειγμα) η κυβέρνηση της Γαλλίας ή της Βρετανίας. Η κεντρική μας κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον χωρίζεται σε τρία όργανα, το καθένα από τα οποία μπορεί να θέσει βέτο σε πολλά σημεία, και να ακυρώσει την πολιτική δράση. Αυτή η κυβέρνηση με τη σειρά της μοιράζεται την εξουσία της με 50 ομοσπονδιακές κυβερνήσεις και πολλές περισσότερες δημοτικές. Οπότε το πολιτικό μας σύστημα είναι λιγότερο ικανό για συνολική δράση. Κατά δεύτερο λόγο, οι θεσμοί της κοινωνίας των πολιτών (εκκλησίες, πανεπιστήμια, ομάδες πολιτών κ.λπ.) έχουν σημαντικές εξουσίες απέναντι στο κράτος. Και πάλι, ακόμα κι αυτοί οι θεσμοί έχουν δικαιώματα βέτο.
»Σε αντίθεση με πολλούς προοδευτικούς και συντηρητικούς διανοητές, που θεωρούν ότι όλα αυτά τα χαρακτηριστικά κάνουν την κοινωνία μας πιο ελεύθερη, το δικό μου επιχείρημα είναι ότι οι πολλοί αλληλοαναιρούμενοι θεσμοί κάνουν την κοινωνία μας πιο καταπιεστική. Τέλος, σ’ εμάς στις ΗΠΑ υπάρχει τεράστια απορρύθμιση στους χώρους εργασίας. Ο κύριος μηχανισμός καταπίεσης και καταναγκασμού σ’ αυτήν τη χώρα δρα στους χώρους εργασίας, και αυτό συμβαίνει επειδή οι εργοδότες στις ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει πολύ περισσότερη δύναμη από ό,τι τα αφεντικά στην Ευρώπη».

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το φόβο στον εργασιακό χώρο, που αυξάνεται παράλληλα με τους δείκτες ανεργίας και το βάθεμα της κρίσης;
«Εχει αποδειχθεί ότι η πολιτική του εκφοβισμού στο χώρο εργασίας είναι πάντα πιο έντονη σε καταστάσεις υψηλής ανεργίας. Οταν οι εργαζόμενοι δεν έχουν περιθώρια να βρουν αλλού δουλειά, αν πιστεύουν ότι πρέπει να νιώ- θουν τυχεροί που έχουν έστω μια δουλειά, έστω και με άθλιους όρους, τότε είναι πολύ πιο ευάλωτοι στις διαθέσεις των εργοδοτών απ’ ό,τι σε περιόδους χαμηλής ανεργίας. Αυτό, όμως, που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο είναι το πώς αντιδρά το κράτος, με εναλλακτικές λύσεις, επιδόματα ανεργίας, προγράμματα απασχόλησης κ.λπ. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ότι, καθώς τα επιδόματα στερεύουν και η ύφεση βαθαίνει, τουλάχιστον όσον αφορά την απασχόληση, τα παραδοσιακά στηρίγματα στα οποία οι άνθρωποι βασίζονταν παλιότερα, όπως οι θεσμοί του κράτος πρόνοιας, τώρα απλώς δεν υπάρχουν. Αυτό και μόνο αρκεί για να κάνει τους εργαζόμενους να φοβούνται περισσότερο».

Οι πολιτικοί, τα ΜΜΕ, το Χόλιγουντ, οι εργοδότες, η αστυνομία, οι διάφοροι προφήτες της Νέας Εποχής, μας επαναλαμβάνουν σε κάθε τόνο : «Να φοβάστε, να φοβάστε πολύ». Πώς μπορούμε να αγνοήσουμε το φόβο, όταν με κάθε τρόπο μάς λένε ότι η αντίσταση είναι μάταιη και αυτοκαταστροφική;
«Μπορούμε απλώς να πούμε όχι. Ο πολιτικός φόβος είναι αποτελεσματικός μόνον όταν εμείς, οι πολίτες, τον δεχόμαστε και τον αναπαράγουμε. Αν αρνηθούμε το φόβο, τους χαλάμε τη συνταγή. Σκεφτείτε όλα τα μεγάλα κινήματα στην Ιστορία, τις εξεγέρσεις των σκλάβων, την αντίσταση στο φασισμό, τους πολιτικούς διαφωνούντες στη Σοβιετική Ενωση και πολλούς άλλους. Ολοι τους αρνήθηκαν να συναινέσουν στη μία ή την άλλη μορφή πολιτικής του φόβου, και μ’ αυτήν τους την πράξη κατέστησαν την πολιτική του φόβου λιγότερο αποτελεσματική από ό,τι εάν δεν υπήρχε αντίσταση. Ο Χομπς σ’ αυτό ήταν τρομερά διεισδυτικός. Είχε πει ότι η εξουσία είναι σαν τη δόξα ή τη φήμη: Ενδυναμώνεται καθώς προελαύνει. Είναι σαν τη χιονοστιβάδα. Ανακόψτε την επέλασή της – και δεν θα αυξηθεί».

Γράφετε πως ο φόβος της τρομοκρατίας χρησιμοποιείται για να καταστείλει τα εργατικά κινήματα, το συνδικαλισμό, το δικαίωμα στη διαδήλωση και την απεργία, καταπατώντας ελευθερίες στο όνομα της ασφάλειας. Πώς θα περιγράφατε τη σημερινή κατάσταση;
«Φοβάμαι πως η κατάσταση έχει χειροτερέψει από τότε που έγραψα το βιβλίο μου για το φόβο. Το εργατικό κίνημα σήμερα είναι πιο αδύναμο απ’ ό,τι ήταν πριν από 10 χρόνια. Τα μέλη των συνδικάτων μειώνονται, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς, σήμερα η κυβέρνηση Ομπάμα συμμετέχει στην κατά μέτωπο επίθεση ενάντια στα σωματεία των εκπαιδευτικών. Τα σωματεία των εκπαιδευτικών είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του εργατικού κινήματος, τουλάχιστον εδώ στις ΗΠΑ. Αν καταφέρουν να μας κάνουν να γονατίσουμε, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί πολύ άσχημα όχι μόνο για τους εκπαιδευτικούς, αλλά για όλους τους εργαζόμενους».

Μια πρακτική συμβουλή για να ξεφοβηθούμε;
«Οργανωθείτε στα συνδικάτα σας. Εν ανάγκη, δημιουργήστε εσείς συνδικάτα και δράστε συλλογικά μέσα σ’ αυτά. Στις ΗΠΑ το κυριότερο παράδειγμα για το πώς να αψηφάς το φόβο είναι τα εργατικά συνδικάτα. Δεν ξέρω πώς είναι σ’ εσάς στην Ελλάδα, αλλά σ’ εμάς είναι πολύ δύσκολο για έναν εργαζόμενο να αναπτύξει συνδικαλιστική δράση. Οι εργοδότες χρησιμοποιούν κάθε είδους ραδιουργία και εκφοβισμό για να το εμποδίσουν. Οπότε, κάθε φορά που οι εργαζόμενοι οργανώνονται συνδικαλιστικά, αυτό σημαίνει όχι μόνον ότι έχουν ξεπεράσει τους μηχανισμούς του φόβου, αλλά και ότι έχουν οχυρωθεί εναντίον τους.
»Αυτοί οι μηχανισμοί συμπεριλαμβάνουν την απειλή (αλλά και την πραγματοποίηση) της απόλυσης, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της επίπληξης και της τιμωρίας, την απειλή (και την πραγματοποίηση) της παρενόχλησης και του προπηλακισμού σε ώρα δουλειάς. Η εργατική συνδικαλιστική δράση είναι ο μόνος τρόπος για να νικήσουμε το φόβο που κυριαρχεί στους χώρους εργασίας».

Ποιος είναι o Κόρεϊ Ρόμπιν
Πολιτικός διανοητής, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Κόρεϊ Ρόμπιν διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Brooklyn College και στο Graduate Center του City University of New York – δύο από τα κορυφαία δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα στις ΗΠΑ.
Οι μελέτες του επικεντρώνονται στα φαινόμενα του συντηρητισμού, του νεοσυντηρητισμού και της αντεπανάστασης στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Αρθρα του έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο, περιοδικό και επιστημονικό Τύπο – από τη «New York Times» και την «Washington Post» ώς τα προοδευτικά περιοδικά «The Nation» και «Dissent» και τις ακαδημαϊκές επιθεωρήσεις «Political Science Review», «Social Research», «Theory and Event».
Το βιβλίο του «Φόβος: Η ιστορία μιας πολιτικής ιδέας», αν και γράφτηκε το 2004, παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο, κυρίως στην ανάλυση για τον εργασιακό φόβο.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 05/12/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου