...

...

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Λιτότητα, επενδύσεις και ανάπτυξη

Του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ*

Είναι γνωστό ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες ακολουθούν δημοσιονομικές πολιτικές λιτότητας σε διαφορετικές εντάσεις και παραλλαγές, με αποκορύφωμα ίσως τη χώρα μας. 
Εχουν προφανή στόχο, χωρίς εξασφαλισμένη επιτυχία, να εξοικονομήσουν πόρους για να αποπληρώσουν τα χρέη τους και ταυτόχρονα να πείσουν τις διεθνείς αγορές για τη φερεγγυότητά τους, ώστε να τις δανείζουν με χαμηλά επιτόκια.
Οι πολιτικές αυτές περιορίζουν τους μισθούς και τις συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο, μειώνουν τις λειτουργικές δαπάνες του κράτους και των κρατικών οργανισμών και περικόπτουν δραστικά τις δημόσιες επενδύσεις. Συνεπώς περιορίζουν τη ζήτηση, ενώ δίνουν το παράδειγμα για ανάλογη μισθολογική πολιτική και στον ιδιωτικό τομέα. Εξάλλου, η μειωμένη ζήτηση οδηγεί σε απολύσεις και η διογκούμενη ανεργία εξανεμίζει τα διαπραγματευτικά περιθώρια των μισθωτών και, καθώς ελαστικοποιείται η αγορά εργασίας, μειώνει τους μισθούς και ακόμη περισσότερο τη ζήτηση.
Συνεπώς, η συνολική εγχώρια ζήτηση για κατανάλωση και δημόσιες επενδύσεις συρρικνώνεται, όπως συμβαίνει στη χώρα μας. Στις συνθήκες αυτές, είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνο για τους επιχειρηματίες έλληνες και ξένους να προχωρήσουν σε ιδιωτικές επενδύσεις, που θα αυξήσουν την παραγωγή, εφόσον δεν υπάρχει ζήτηση στην εγχώρια αγορά, εκτός από ορισμένους τομείς, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και γενικότερα οι «πράσινες» επενδύσεις. Παραμένει, βεβαίως, η δυνατότητα των εξαγωγών, η οποία, όμως, έχει δύο τουλάχιστον προϋποθέσεις: Πρώτον, πρέπει να υπάρχουν χώρες που να μην ακολουθούν πολιτικές λιτότητας, ώστε να μπορούν να αυξήσουν τις εισαγωγές τους από την Ελλάδα, και, δεύτερον, η ελληνική παραγωγή πρέπει να είναι διεθνώς ανταγωνιστική σε ποιότητα και τιμές μέσα σ' ένα όλο και περισσότερο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. 
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξουν σήμερα χώρες με δυνατότητες αύξησης της ζήτησης για εισαγωγές, εκτός από τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία κ.λπ.) και τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες της Μέσης Ανατολής. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλ. να είναι διεθνώς ανταγωνιστική η ελληνική παραγωγή, πρέπει να υπάρχει χαμηλό κόστος και καλή ποιότητα. 
Χαμηλό κόστος παραγωγής προκύπτει είτε από χαμηλό κόστος εργασίας, είτε από νέες τεχνολογικές μεθόδους και οργανωτικές καινοτομίες στην παραγωγτική διαδικασία, οι οποίες βελτιώνουν και την ποιότητα. Το χαμηλό εργατικό κόστος μπορεί να επιτευχθεί, με μεγάλο όμως κοινωνικό τίμημα, μέσω της πολιτικής λιτότητας, της ανεργίας και της ελαστικής εργατικής νομοθεσίας, χωρίς να συνεισφέρει στη βελτίωση της ποιότητας, ενώ οι νέες τεχνολογικές μέθοδοι και οι οργανωτικές καινοτομίες μπορούν να προκύψουν μόνο από καλά εκπαιδευμένους εργαζόμενους, οι οποίοι δεν αφθονούν στη χώρα μας. 
Συνεπώς, σε συνθήκες μείωσης της εγχώριας ζήτησης, εφόσον δεν είναι επιθυμητή ούτε αποτελεσματική η περαιτέρω μείωση των μισθών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, για να έχει πιθανότητες επιτυχίας η αναπτυξιακή πολιτική (η οποία στηρίζεται στην αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων με μοναδική διέξοδο τις εξαγωγές), πρέπει να έχει δύο αναγκαίες, αλλά πιο δύσκολες ακόμη και από την εξάλειψη της γραφειοκρατίας και τη μείωση της φορολογίας, επιδιώξεις: 
α) Την εκπαίδευση και την επιμόρφωση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, ώστε να μπορεί να εφαρμόσει νέες τεχνολογικές μεθόδους και οργανωτικές καινοτομίες και έτσι να βελτιωθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. 
β) Την ενίσχυση των πρωτοβουλιών για δημιουργία εμπορικών δικτύων σε χώρες οι οποίες έχουν δυνατότητες εισαγωγών από την Ελλάδα.

*Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 17/10/2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου