...

...

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Η εξουσία της γλώσσας

Του Βασίλη Κρεμμυδά*

Το ακατανόητο στη θρησκευτική πίστη 

Μετά τη χριστοδουλική λαίλαπα και την εκλογή του σηµερινού Αρχιεπισκόπου, είχα πει να ησυχάσω και να µην ξαναασχοληθώ µε τα της Εκκλησίας, καθώς µάλιστα ο νέος Αρχιεπίσκοπος έδειχνε να ακολουθεί διαφορετική πολιτική. Εντούτοις, είναι η δεύτερη φορά σ’ αυτό το χρονικό διάστηµα που πράξεις των ιεραρχών ή και των ιερωµένων βρίσκονται πολύ µακριά από το «νέο» πνεύµα που επιµένω να πιστεύω ότι σιγά σιγά άρχισε να διέπει τα εκκλησιαστικά πράγµατα.
Φαίνεται όµως ότι σε κάτι έχω πέσει πολύ έξω στις εκτιµήσεις µου: ή ο Χριστόδουλος ήταν πολύ ικανός και άφησε το πνεύµα του για πάντα στην Εκκλησία ή η Εκκλησία ήταν έτοιµη, ήταν «Χριστόδουλος» δηλαδή ήδη, οπότε πάλι δεν γίνεται τίποτε.
Και, ίσως, η απόδειξη για αυτά τα τελευταία βρίσκεται στην πρόσφατη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να µη γίνεται η θεία λειτουργία µε µεταφρασµένα τα κείµενα που διαβάζονται στη διάρκειά της και όλα να µείνουν όπως είναι: «οποιαδήποτε», λέει η απόφαση, «µετάφραση λειτουργικών κειµένων µπορεί να δηµιουργήσει προβλήµατα στην ενότητα της Εκκλησίας».
Δηλαδή, λέω εγώ, ρωτάω ως αφελής, τι θα πει εν προκειµένω «Εκκλησία»; Θα πει «ιεραρχία»; Θα πει ιερωµένοι; Θα πει εκκλησιαζόµενος κόσµος; Μήπως όλα αυτά µαζί; Βέβαια, όποια απάντηση και αν λάβω, ίσως να µην µπορεί να ικανοποιήσει τη λογική µου, αυτήν τη γνωστή από κάποιους αιώνες δυτική λογική, τον περιφρονηµένο και ποδοπατηµένο ορθό λόγο: είναι δυνατό κάποιος να µη θέλει να καταλαβαίνει ένα κείµενο που διαβάζει ή το ακούει;
Φαίνεται πως είναι! Είναι εδώ µια άλλη «λογική», η λογική του ακατανόητου. Ενας άλλος κόσµος δηλαδή που διαµορφώνει πραγµατικότητες, εξωλογικές για την αφεντιά µου, έλλογες για κάποιους. Οι «κάποιοι» βέβαια είναι η ίδια η Εκκλησία, η διοίκηση της Εκκλησίας. Η αιτία είναι, ελπίζω, γνωστή· για αυτήν την αιτία σκέφτηκα να διατυπώσω σήµερα κάποιες σκέψεις.
Ο λόγος των εκκλησιαστικών κειµένων είναι διατυπωµένος πριν από πολλούς αιώνες· έχει δηλαδή λάβει υπόψη διαφορετικές, εντελώς διαφορετικές κοινωνικές – και γλωσσικές – πραγµατικότητες από τις σηµερινές· κρύβει µε άλλα λόγια έννοιες που σε µια ενδεχόµενη µετάφρασή τους θα έπρεπε να προσαρµοστούν στον σηµερινό λόγο, µε αυθεντική ερµηνεία και του γράµµατος και του πνεύµατος αυτών των εκκλησιαστικών κειµένων· θα έπρεπε να γίνουν κείµενα κατανοητά και κάθε Κυριακή και εορτή, όπως και στα µυστήρια, όσοι ακούνε τα κείµενα αυτά να τα καταλαβαίνουν.
Χωρίς τη µετάφρασή τους λοιπόν τα εκκλησιαστικά κείµενα έχουν διαµορφώσει µια κατάσταση: όταν µιλάς σε κάποιον και δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς λες, εµφανίζεσαι αυτοµάτως ως ο κάτοχος µιας σοφίας που δεν είναι για τον κόσµο· εµφανίζεσαι ως µια αυθεντία πέραν του κόσµου τούτου.
Αυτό αυτόµατα παράγει «παράπλευρη» εξουσία που προστίθεται στη δεδοµένη, ότι αυτός που σου µιλάει είναι εκπρόσωπος του Θεού.
Παράλληλα, επειδή έτσι έχουν τα πράγµατα, και την ερµηνεία, τη σωστή απόδοση των εκκλησιαστικών κειµένων, δεν µπορεί να την κατέχουν άλλοι από τους ανθρώπους της Εκκλησίας, ιερωµένους και µη: κηρύγµατα του «θείου λόγου», κατηχητικά σχολεία κ.λπ. – δεν µιλώ σήµερα για τους µηχανισµούς που κινούν και διαδίδουν, ή προπαγανδίζουν, αυτόν τον λόγο.
Οπότε, µε την επιµονή της Εκκλησίας να µη συναινεί στη µετάφραση των εκκλησιαστικών κειµένων, ξανατίθεται και το άλλο µεγάλο ζήτηµα, αυτό της σχέσης της Εκκλησίας µε την κοινωνία. Αλλιώτικα τι είδους θεσµός είναι η Εκκλησία· είναι τελικά κοινωνικός θεσµός – ή οφείλει να είναι -, όπως επανειληµµένα έχω ισχυριστεί· ή µήπως και σε αυτό έχω κάνει λάθος;
Τα ερωτήµατα ανακύπτουν πολλά και σκληρά. Γιατί γνωρίζουµε ότι η µεγάλη εξουσία της Εκκλησίας είναι ο ναός και οι λειτουργίες που τελούνται εντός του· εκεί είναι που ο ιερωµένος διαφεντεύει πλήρως – εκεί είναι που κανένας άλλος δεν ασκεί κανενός είδους, ούτε την παραµικρή, εξουσία.
Είναι ο ναός, αυτό το ιερό «µαντρί» όπου αρχίζει και τελειώνει η εξουσία της Εκκλησίας;
Και µήπως ο θεσµικός της ρόλος περιορίζεται εκεί; Μήπως «κοινωνία» είναι για την Εκκλησία µόνον το εκκλησίασµα;
Αν είναι έτσι, αν η Εκκλησία θεωρεί ότι είναι έτσι, τότε η ίδια περιορίζει τον ρόλο της και την ισχύ της. Δεν γνωρίζω αν πρέπει να ερµηνεύσω µε αυτό δεδοµένο την άρνηση της Εκκλησίας να µεταφράσει τα λειτουργικά κείµενα – αρκεί να µην καταλαβαίνει το εκκλησίασµα;
Στο σηµείο αυτό ανακύπτει και µια δική µου αµφιβολία, αµφιβολία για κάποιες βεβαιότητές µου, τις οποίες πρέπει, ενδεχοµένως, να αναθεωρήσω. Εννοώ το περιεχόµενο και το µεγάλο βάρος που αποδίδω στον χαρακτηρισµό «φωτισµένος», µη σκοταδιστής· «φωτισµένος ιεράρχης», «φωτισµένος θεολόγος».
Μήπως, λέω, στην περίπτωση αυτή από αυτόν τον φωτισµό δεν πρέπει να περιµένω τίποτε περισσότερο από ένα αχνό χάραµα;

*Ο Βασίλης Κρεµµυδάς είναι οµότιµος καθηγητής του Πανεπιστηµίου Αθηνών
Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ 29/04/2010 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου