...

...

Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Τι δηµοκρατία έχουµε;

Καθηγητές πανεπιστηµίου, συγγραφείς και δηµοσιογράφοι δίνουν απαντήσεις
Μετά την «κρίση της Νοµικής», τον ρόλο που έπαιξαν οι πρυτανικές αρχές και οι καθηγητές, τα κόµµατα, οι µηχανισµοί διαφύλαξης της τάξης, η σιωπηρή πλειοψηφία, οι πολιτικές µειονότητες και τα ΜΜΕ, το ερώτηµα γίνεται όλο και πιο επίκαιρο: Τι δηµοκρατία έχουµε;

∆ικαίωµα να καίµε ανθρώπους 

ΤΟΥ ΘΑΝΑΣΗ ΧΕΙΜΩΝΑ, Συγγραφέα
 Πριν από πολλά χρόνια οΧάρρυ Κλυνν είχε πει πως η δηµοκρατία σε αυτή τη χώρα είναι κάτι τελείως διαφορετικό και µοναδικό. Ενα είδος φολκλόρ. Γι’ αυτό και την ξεχωρίζουµε από τις υπόλοιπες αποκαλώντας την Ελληνική ∆ηµοκρατία. Πράγµατι, η έννοια δηµοκρατία στην Ελλάδα µεταφράζεται στη φράση «κάνουµε ό,τι γουστάρουµε, δεν δίνουµε λογαριασµό σε κανέναν και όποιος µας εµποδίσει είναι φασίστας». 
Κατ’ αρχάς έχουµε δικαίωµα να λέµε ό,τι θέλουµε. Να αποκαλούµε δηµοσίως κάποιον προδότη, κλέφτη, παιδεραστή. Επίσης, µπορούµε, αν γουστάρουµε, και να τον στοχοποιούµε. Να γράφουµε το όνοµά του σε αφίσες στο κέντρο της πρωτεύουσας ή να αναρτούµε τη µάπα του στο Ιντερνετ ή σε εφηµερίδες λέγοντας: «Αυτός είναι. Βρείτε τον». Εχουµε δικαίωµα να ψηφίζουµε και να βάζουµε σε δηµοτικά συµβούλια (και αύριο και στη Βουλή) άτοµα που χαιρετούν ναζιστικά. Εχουµε δικαίωµα να δέρνουµε ή ακόµη και να καίµε ανθρώπους ζωντανούς. Γιατί είµαστε ο λαός. Ο κυρίαρχος ελληνικός λαός.

Συµβιβασµός 

ΤΟΥ ΚΙΜΩΝΑ ΧΑΤΖΗΜΠΙΡΟΥ, Καθηγητή  στο ΕΜΠ  
Ίσως µπορούµε να γίνουµε λίγο πιο αισιόδοξοι. Η µίνι κρίση της Νοµικής φαίνεται ότι διευθετείται χωρίς ανεπανόρθωτα δράµατα, µε µεθόδους παράλληλες µε αυτές που ελπίζουµε ότι θα οδηγήσουν στο ξεπέρασµα και της µείζονος οικονοµικής και κοινωνικής κρίσης.Η συνταγή είναι απλή: ψυχραιµία, όχι βιασύνη, µεθοδικές κινήσεις, ήπια επιµονή στις αρχές. Τα πάθη, οι κορόνες, οι συναισθηµατικές φορτίσεις, ο γρήγορος ενθουσιασµός και η εύκολη απογοήτευση διογκώνουν τη δηµαγωγία, τρέφουν τα άκρα, οδηγούν σε πολλαπλή κοινωνική υποβάθµιση. Η µετριοπάθεια αποτελεί βάση της δηµοκρατίας. ∆ηµιουργεί το απαραίτητο γόνιµο κλίµα για την πεµπτουσία των δηµοκρατικών λειτουργιών, τον συµβιβασµό µεταξύ αντίθετων τάσεων.

Οργάνωση και κανόνες

ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ ΤΣΟΥΚΑΛΗ, Καθηγητή στη Νοµική, πρόεδρος ΕΛΙΑΜΕΠ
Το µεταναστευτικό είναι ένα µεγάλο πρόβληµα που δυστυχώςδεν επιδέχεται εύκολες λύσεις. Η Πολιτεία κρυβόταν γιαχρόνια πίσω από το δάκτυλό της περιµένονταςίσως να λυθεί από µόνο του. Καθυστέρησε πολύ να αντιδράσει µε τρόπο συνεκτικό. Η αδυναµία του κράτους είναι τεράστια και οι πολιτικοί µας αρχίζουν συνήθως να αντιµετωπίζουν τα προβλήµατα όταν είναι ήδη πολύ αργά. Τώρα ήρθαν και οι άλλοι που προσπαθούν να εκβιάσουν λύσεις (;) δηµαγωγώντας, παραβιάζοντας για µια ακόµη φορά το χιλιοταλαιπωρηµένο και κακώς νοούµενο πανεπιστηµιακό άσυλο. Η δηµοκρατία για να λειτουργήσει χρειάζεται οργανωµένο κράτος, κανόνες και υπεύθυνους πολίτες. Τα έχουµε όλα αυτά; ∆ιερωτώµαι.

∆ιεκδικώντας τα αυτονόητα

Του ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΥ, Συνταγµατολόγος, πρώην ευρωβουλευτής
Έχουµε µια δηµοκρατία µε υψηλό τυπικό επίπεδο ενασχόλησης µε τα δικαιώµατα (συνταγµατικές και νοµοθετικές προβλέψεις πλήρεις και συχνά «προχωρηµένες) αλλά χαµηλή πραγµατική προστασία (οι διατάξεις µένουν ανεφάρµοστες από τις δηµόσιες Αρχές ή/και δεν αξιοποιούνται µε αντίστοιχα «προχωρηµέ νο»τρόπο απότη ∆ικαιοσύνη). Τρανότερη απόδειξη οι πολύ συχνές καταδίκες της χώρας µας από τα διεθνή δικαστήρια. 
Έχουµε µια δηµοκρατία που, πάλι στα χαρτιά, προνοεί γιατις µειονότητες και τους παρέχει ασφαλιστικές δικλίδες, ευνοϊκές εξαιρέσεις και δικαιώµατα, µόνο που όλα αυτά, στηνπράξη, υπόκεινται στην ασφυκτική καχυποψία του κράτους, του πολιτικού συστήµατος και της κοινωνίας. Χαρακτηριστικά παραδείγµατα η κυριαρχία µιας εντελώς πλειοψηφικής εκδοχής του κοινοβουλευτισµού και η πολύ περιορισµένη κοινωνική ένταξη των µεταναστών. 
Έχουµε µια δηµοκρατία στην οποία κυριαρχεί ησύγχυση µεταξύ «δηµόσιου» και «ιδιωτικού», «νόµιµου» και «ηθικού», µε αποτέλεσµα η ηθικολογία να παίρνει τη θέση του κράτουςδικαίου και να το αποδυναµώνει. Κρίσιµα πεδία εδώ η διαιώνιση της διαφθοράς, η αποτυχία κάθε είδους «αυτο-κάθαρσης», η ανυπαρξία πολιτικής διαλεύκανσης σκανδαλωδών υποθέσεων. 
Έχουµε µια δηµοκρατία στην οποία τα κόµµατα και οι οµάδες συµφερόντων έχουν αντιστρόφως ανάλογη δύναµη από την πραγµατική επιρροή τους, ενώ η «κοινωνία των πολιτών» παραµένει ασθενής, γιατί είναι υποταγµένη στη λογική της εξουσίας. ∆εν χρειάζεται να ψάξουµε µακρύτερα από τη διαρκή αναβολή των «αυτονόητων» µεταρρυθµίσεων και την «ανακούφιση» της πολιτικής και κοινωνικής ελίτ όταν αυτές επιβλήθηκανβίαια και έξωθεν.

Νοσταλγοί της χούντας

ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ∆ΑΜΙΑΝΙ∆Η, Σχολιογράφος στα «ΝΕΑ»
Τι ακριβώς συνέβη αυτές τις τρεις µέρες, πώς επέδρασε στην ψυχοσύνθεση µας; Πέρασα άσχηµα την τελευταία νύχτα, ανοίγονταςκάθε τόσο ραδιόφωνο να µάθωτι έγινε, κατάφεραν τελικά να βγάλουναναίµακτα τους µετανάστες από τη Νοµική ή κάνανε τηΣόλωνος πεδίο µάχης, να ζήσουµε Τύνιδα και Κάιρο; Είχε γίνει πυροσβεστική πολιτική παρέµβαση, αλλά µε τόσους θερµόαιµους, αποφασισµένους, τόσους απελπισµένους επιπλέον και άλλους οπλισµένους, θα κατάφερναν ώς το τέλος να µη σκοτωθούν; 
Την αυγή µετις καλές ειδήσεις, σε παραίσθηση αϋπνίας, ένιωσασα να ήµουν η µάνα µου περιµένοντας να µάθω αν βγήκαν από το Πολυτεχνείο επί χούντας. Επιδίωξη όσων είχαν την ιδέα του εγκλεισµού δεν ήταν να ζήσουν Κάιρο και Τύνιδα. Ηθελαν να ζήσουν χούντα. Ασυνείδητα, επειδή τότε ήταν εποχή µεγάλων συγκρούσεων, φάση αγώνων. Ετσι νοµίζουν. 
Το άσυλο επί χούντας είχε νόηµα. Η καταπίεση δεν ήταν οµοιόµορφη, υπήρχαν περιοχές πιο χαλαρές.Εξάλλου, οι εξεγέρσεις έγιναν όταν δοκίµαζε η χούντα να δώσει ελευθερίες. Το άσυλο τότε προστάτευε ζωέςκαι σωµατικές ακεραιότητες. Το να καταλυθεί, όπως καταλύθηκε το 1973, είχε κόστος και για τη χούντα όπως αποδείχτηκε. Αυτή τη φορά χούντα θαήµασταν οι έλληνες πολίτες που θα επιτρέπαµε να γίνει ντου στηΝοµική. Κοντέψαµε. Μας γλίτωσε η ψυχραιµία ορισµένων ανθρώπων. ∆εν ξέρω ποιοι είναι. Τους βγάζω το καπέλο.∆εν άφησαν να γίνει η ηρωική έξοδος, ούτε τίποτε άλλο ηρωικό. 
Τα «παιδιά» µπορούν να συνεχίσουν να ονειρεύονται, έφτασαν πολύ κοντά στον στόχο. Πώς να διεκδικήσουν τώρα άσυλο οι Αφγανοίµε τα ραµµένα στόµατα, πώς να ξαναβρούµε την καθηµερινότητα της αλληλεγγύης; Πώς να κουβεντιάσουµε για τις νοµιµοποιήσεις, τον Αγιο Παντελεήµονα, την ξενοφοβία, τη µισαλλοδοξία; Κάθε προσπάθεια ένταξης, διαλόγου περί ρατσισµού, ανθρωπισµού, νοµοθεσίας και πρακτικής αντιµετώπισηςέχει ακυρωθεί από τις ακρότητες.

Καθήκον και ευθύνη

ΤΗΣ ΒΑΣΩΣ ΚΙΝΤΗ, Καθηγήτρια, Πανεπιστήµιο Αθηνών
Η δηµοκρατία συγκροτεί θεσµούς µε συγκεκριµένο χαρακτήρα και αρµοδιότητες που υποβάλλουν συγκεκριµένα καθήκοντα και ευθύνες. Στη χώρα µας, παρότι υποτίθεται αναγνωρίζουµε τις παθογένειες της µεταπολίτευσης, εξακολουθούµε να παραδίδουµε τους θεσµούς στην ασυδοσία προσώπων και οµάδων που τους µεταχειρίζονται µε κυνική αδιαφορία για τον µόχθο που απαιτήθηκε για να δηµιουργηθούν καινα λειτουργήσουν. Ετσι, αυτόκλητοι εκπρόσωποι και διαµεσολαβητές αναλαµβάνουν ρόλους που οι ίδιοι σχεδίασανσ’ ένα έργο καρικατούρα καιπεριφέρονται, ως θίασος µπουλουκιού, από τα άθλια καταλύµατα που επιφυλάσσει η ελληνική κοινωνία στους µετανάστες, στα σαλόνιαπολυτελών ανακαινισµένων νεοκλασικών µπροστά σε ένα κοινό – τους πολίτες και τους µετανάστες όχι µόνο της Νοµικής αλλά όλης της επικράτειας – που παρακολουθεί εµβρόντητο και παραγκωνισµένο στο περιθώριο της δηµόσιας ζωής. 
Οι µετανάστες τηςΝοµικής ορθώς διεκδίκησαν την προβολή που φέρνει µια θεαµατική ενέργεια για να φέρουν στο προσκήνιο τα προβλήµατά τους που πολλαπλασιάζονται από µια στρουθοκαµηλική και άτσαλη πολιτική του ελληνικού κράτους για το µεταναστευτικό. Οµως, οι υπεύθυνοι στην κυβέρνηση, στη δικαιοσύνη, στα κόµµατα, στις πρυτανικές αρχές, γιατί δεν κάνουν εγκαίρως ο καθένας, στον τοµέα του, το καθήκον του; Γιατί αποποιούνται τις ευθύνες που απορρέουν από τον ρόλο τους και κρύβονται πίσω από τις ευθύνες άλλων;

Ασκηση υποκριτικής

ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΘΕΟ∆ΩΡΟΠΟΥΛΟΥ, Συγγραφέας, πρόεδρος ΕΚΕΒΙ
Εκ πρώτης όψεως η σκηνή της δηµοκρατίας µας παραπέµπει σε τραγική σκηνή. Το δράµα που ξεκίνησε το 1974, κορυφώθηκε στις δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα, καταρρέει τώρα συµπαρασύροντας τους συντελεστές του. 
Υπάρχουν όµως ορισµένες βασικέςδιαφορές. Οι πρωταγωνιστές, οι δυόµισι πολιτικές δυναστείες, δεν δείχνουν να αντιλαµβάνονται ότι η µοίρατους έχει συντελεσθεί. Οι από µηχανής θεοί αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων και ο χορός, εµείς δηλαδή, παρακολουθούµε άφωνοι – γιατί και οι κραυγές µας την αφωνία µας δηλώνουν – τις πέτρες που γκρεµίζονται στα κεφάλια µας. Το έργο είναι κακοπαιγµένο και ο δραµατουργός ατάλαντος. 
Επειδή όµως η τραγωδία ενέχει και κάποιου είδους µεγαλείο αυτό που ζούµε θυµίζει περισσότερο την ιθυφαλλική µικρότητα της κωµωδίας. ∆ιάφοραανθρωπάκια συγκρούονται επί σκηνής προσπαθώντας να πείσουν εαυτούς και αλλήλους ότι το µέγεθός τους δεν είναι τόσο µικρό όσο φαίνεται. Γκρεµίζονται στην πρώτηλακκούβα και, δόξα τωΘεώ, από λακκούβες άλλο τίποτε. Κι εµείς γελάµε για να µην κλάψουµε. 
Συµπέρασµα: η δηµοκρατία, όπως κάθε ανθρώπινη δραµατουργία, για να σταθεί στα πόδια της απαιτεί κάποια κεντρική ιδέα. Αλλοι τη λένε πολιτικό όραµα, άλλοι απλώς αυτοσυνειδησία. Αλλιώς δεν είναι τίποτε άλλο από άσκηση υποκριτικής που δοκιµάζει τα νεύρα και καταπονεί τη φαιά ουσία.

Ξεκάθαρους ρόλους

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΟ∆ΙΝΟΥ, Περιβαλλοντολόγος - συγγραφέας
Ουδείς γνωρίζει πια αν µπορεί να ονοµαστεί δηµοκρατία η γενικευµένη οχλαγωγία των καναλιών. Οι ατέρµονες αερολογίες που ενδύονται τον µανδύα των δελτίων ειδήσεων. Η υποκατάσταση της όποιας ∆ικαιοσύνης από εισαγγελείς τηλεοπτικούς αστέρες. Η ενοχοποίηση των πάντων, περιλαµβανοµένων ολόκληρων κοινωνικών οµάδων. 
Κυρίως όµως, ουδείς µπορεί να ονοµάσει δηµοκρατία την αιφνίδια ανακάλυψη/ενοχοποίηση του Αλλου. Βασίσαµε την πρόσφατη αναπτυξιακή µας φούσκα στο φθηνό ξένο εργατικό δυναµικό. Αποποιηθήκαµε την όποια χειρωνακτική εργασία υπέρ µιας επίφασηςεσαεί µόρφωσης.Τώρα αποστρέφουµετους οφθαλµούς εγκαθιδρύοντας ως ισότιµο συνοµιλητή το αυγό του φιδιού. Κι όλα τούτα υπό το βλέµµα µιας κυβέρνησης που παρακολουθεί µε ενδιαφέρον τα τεκταινόµενα, πανεπιστηµιακών αρχών που νίπτουν τας χείρας τους, πολιτικών που περί άλλα τυρβάζουν. 
Η δηµοκρατία απαιτεί µεταξύ άλλων ξεκάθαρους ρόλους. Φοβάµαι πως κανείς πια δεν παίζει τον ρόλο που προγραµµατικά έχει διεκδικήσει. Ισως το τιµιότερο θα ήταν να πούµε στους µετανάστες ότι κάποιο λάθος έκαναν πιστεύοντας ότι έχουν οριστικά διαφύγει από τον Σαντάµ ή τους Ταλιµπάν. Στις χώρες τους, τουλάχιστον η δηµοκρατία δεν είναι κληρονοµική. 

Συµβόλαιο υποκρισίας

ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΜΑΡΚΑΡΗ, Συγγραφέας
Το πρόβληµα δεν είναι ποια δηµοκρατία έχουµε. Σ’ αυτό το ερώτηµα, η απάντηση είναι απλή και εύκολη. Εχουµε ένα από τα θεσµικά πιο κατοχυρωµένα δηµοκρατικά καθεστώτα της Ευρώπης. Το πρόβληµα είναι ότι έχουµε µετατρέψει το κοινωνικό συµβόλαιο σ’ αυτή τη χώρα σε ένα συµβόλαιο υποκρισίας. 
Υποκριθήκαµε για χρόνια τη – δανεική – ευηµερία. Τώρα που αυτό το παραµύθι µας τελείωσε, υποκρινόµαστε τη ∆ικαιοσύνη µε Εξεταστικές Επιτροπές για εγκλήµατα που παραγράφηκαν. Από τη µεταπολίτευση ώς τώρα υποκρινόµαστε ότι υπερασπιζόµαστε ένα πανεπιστηµιακό άσυλο, που δεν έχει όµοιό του σε καµιά χώρα, και το οποίο χρησιµεύει εν πολλοίς ως πεδίο για παντός είδους ανίερες συναλλαγές. Υποκρινόµαστε ότι κάνουµε αντίσταση µε το να µην τηρούµε τους νόµους, επειδή έτσι µας βολεύει. 
Υποκρινόµαστε ότι κοπτόµαστε για τους µετανάστες, όταν η χώρα µετατρέπεται σε ξέφραγο αµπέλι. Και υποκρινόµαστε ότι θα τη θωρακίσουµε µε ένα φύλλο συκής µήκους δωδεκάµισι χιλιοµέτρων. 
Ας µην αναρωτιόµαστε, λοιπόν, για το είδος δηµοκρατίας που έχουµε. Ας αναρωτηθούµε καλύτερα, αν µας συµφέρει όλους εµάς, το πολιτικό σύστηµα, τους φορείς και τους απλούς πολίτες, να υποσκάπτουµε τα θεµέλια της θεσµικής δηµοκρατίας, για να τη µετατρέψουµε σε ζούγκλα.

∆ηµοκρατία και ελευθερία

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Αρθρογράφος στα «ΝΕΑ»
Ο Αντλεϊ Στίβενσον, υποψήφιος πρόεδρος των ∆ηµοκρατικών στις αµερικανικές εκλογές στα τέλη της δεκαετίας του 1940, συνήθιζε να λέει: «Ελεύθερη κοινωνία είναι η κοινωνία στην οποία είναι ασφαλές να είσαι αντιδηµοφιλής». Αυτό σηµαίνει ότι το ζήτηµα της δηµοκρατίας είναι πρωτίστως ζήτηµα ελευθερίας. 
Ο τρόπος που νοείται και ασκείται η ελευθερία σε µια κοινοβουλευτική δηµοκρατία είναι το θεµελιώδες κριτήριο της δηµοκρατικότητάς της. Από αυτήν την άποψη η δηµοκρατία στην Ελλάδα πάσχει γιατί πάσχει η έννοια της ελευθερίας. Παράδοξο αλλά συµβαίνει συχνά: η ελευθερία φαλκιδεύεται από την αυθαιρεσία που καλλιεργεί η ανοχή της παρανοµίας διά της ατιµωρησίας. 
Ίσως επειδή η Γ’ Ελληνική ∆ηµοκρατία ιδρύθηκε στον απόηχο της απόλυτης στέρησης ελευθερίας που προηγήθηκε, κατέστη ανεκτική στην παραβίαση των δικών της κανόνων. Επέτρεψε την υποκατάσταση της έννοµης τάξης από µειοψηφίες και τη δηµιουργία νησίδων στις οποίες δεν ισχύουν οι νόµοι και τα δικαιώµατα που κατοχυρώνουν. Η σηµερινή ελληνική δηµοκρατία είναι ελλειµµατική γιατί δεν µπορεί εγγυηθεί ανά πάσα στιγµή τις ελευθερίες της.

Η κατάληψη και η υποκρισία

ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα ∆ικαιώµατα του Ανθρώπου
Η κατάληψη της Νοµικής αποτελεί µεγάλων διαστάσεων ανοησία. Η εµπλοκή των µεταναστών στη στρατηγική της έντασης και η υπαγωγή του πολιτικού / ανθρωπιστικού ζητήµατός τους στο φορτισµένο ζήτηµα του πανεπιστηµιακού ασύλου είναι αστοχία ολκής. Επιπλέον, η υπόνοια ότι µπορεί να χρησιµοποιούνται τα σώµατα των µεταναστών ως πολιτικό κεφάλαιο προκαλεί θυµό. 
Αυτή η πολιτική τύφλωση τµηµάτων της Αριστεράς προκάλεσε αντίδραση πρωτοφανή σε ένταση. Η ανόητη κατάληψη της Νοµικής µοιάζει να ξύπνησε τον φόβο ότι θα αφήσουν οι µετανάστες τα υπόγεια και τα χωράφια για να γίνουν µέρος της παρανοϊκής νεοελληνικής δηµόσιας σκηνής. Η κατάληψη επισκίασε την απεργία πείνας για τα πραγµατικά προβλήµατα. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στο πανεπιστηµιακό άσυλο και την ταυτότητα των εµπνευστών της κατάληψης. 
Η συζήτηση αυτή παγιδεύεται µεταξύ δυο αλληλοτροφοδοτούµενων µαξιµαλισµών: «νόµιµοι όλοι» εναντίον τού «να φύγουν όλοι». Πάλι αποδείχτηκε πως η ρητορεία περί άνευ όρων νοµιµοποίησης τών χωρίς χαρτιά είναι θείο δώρο για τους ηγήτορες του φόβου – µιντιακούς και κοινοβουλευτικούς. Το εγχείρηµα της κατάληψης άνοιξε την πόρτα στα λιοντάρια και τα άφησε να «περιποιηθούν» τους µετανάστες. Το ερώτηµα όµως παραµένει: η αυτοϋπονόµευση του αιτήµατος αρκεί για να µας αποσπά από το µείζον; Μπορεί η ελληνική κοινωνία να αποφεύγει εσαεί τη συγκρότηση ενός πλέγµατος δικαιωµάτων όσων επί µακρόν διαβιούν εδώ; Πόση τύφλωση απαιτείται για να µη βλέπουµε τους ανθρώπους -σκιές; Πόση υποκρισία για να παραγνωρίζουµε ότι η έως δουλείας εργασιακή εκµετάλλευση σχετίζεται άµεσα µε το καθεστώς διαµονής τους; Πόση µανία αυτοκαταστροφής για να παραβλέπουµε πως η θεσµική αφάνεια χιλιάδων µεταναστών τροφοδοτεί παραβατικότητα και προβλήµατα κοινωνικής συνοχής; Πόση ανοχή για να επιτρέπουµε στους ψηφοσυλλέκτες υποστηρικτές αυτής της αφάνειας ανερυθρίαστα να καµώνονται πως κόπτονται για τη δηµόσια ασφάλεια;

Μια διαρκής κατάκτηση

ΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΜΑΛΕΑ, Σκηνοθέτιδα
Η δηµοκρατία είναι κάτι που εξελίσσεται και περνά από διάφορα στάδια. 
Από τη διαδικασία της ισονοµίας, στη διαδικασία της ψήφου, της οικονοµικής ισότητας, της ισότητας των φύλων. ∆εν µε τροµάζει όταν κάνουµε βήµατα πίσω στη δηµοκρατία. Γιατί είναι κάτι που ζυµώνεται και κυρίως είναι µια διαδικασία. Εχουµε κατακτήσει τα δύο πρώτα επίπεδα της δηµοκρατίας: την ισότητα απέναντι στον νόµο, την ισότητα της ψήφου. Το τρίτο επίπεδο είναι αυτό που επιχείρησαν να κατακτήσουν οι Αθηναίοι της αρχαιότητας αλλά δεν τα κατάφεραν. Είχαν δηµοκρατία στην Αθήνα αλλά δεν εξήγαγαν δηµοκρατία. Ηταν κατακτητές. 
Σήµερα το τρίτο επίπεδο, η εξαγωγή δηµοκρατίας ως ηθικής αξίας, έχει κατακτηθεί. 
Παλεύουµε την ισότητα των φύλων και την οικονοµική ισότητα. Εποµένως η δηµοκρατία δεν είναι ένα «ναι» ή ένα «όχι» αλλά µία διαχρονική πράξη ωρίµασης. Κατά τη γνώµη µου, το γεγονός ότι αυτοί οι άνθρωποι που κλείστηκαν στη Νοµική βγήκαν αναίµακτα είναι πράξη δηµοκρατίας. Αν, πάντως υπάρξει ανάκαµψη της οικονοµίας θα εξαλειφθούν πολλά προβλήµατα. Σκεφτείτε πως το 80% των γνωστών µου στο χώρο µου είναι άνεργοι. Η λύση είναι στην ανάπτυξη την οποία, όµως, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να προωθεί.

Υπέρ των αγώνων, κατά του διαλόγου

ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΑΚΥΡΑΚΗ, Καθηγητής Συνταγµατικού ∆ικαίου στη Νοµική Αθηνών
Η δηµοκρατία είναι ένα πολίτευµα που βασίζεται στον διάλογο, δεν είναι ένα πολίτευµα επιβολής. ∆εν δίνει στην πλειοψηφία κυριαρχικές εξουσίες ούτε απαιτεί από τη µειοψηφία πλήρη υποταγή για τέσσερα χρόνια. 
Η πλειοψηφία κυβερνά, αλλά σέβεται τη µειοψηφία και εξηγεί τις επιλογές της. Η µειοψηφία ασκεί κριτική και αντιπαραθέτει τις δικές της προτάσεις αλλά αναγνωρίζει στην πλειοψηφία το δικαίωµα διακυβέρνησης. Εµείς δεν έχουµε µάθει να διαλεγόµαστε. Εχουµε µάθει στην επιβολή. Η πλειοψηφία δεν εξηγεί και η µειοψηφία δεν δέχεται να κυβερνηθεί. Το ίδιο συµβαίνει στην κοινωνία. Οποιος έχει κάποια δύναµη την χρησιµοποιεί για να επιβληθεί, για να γίνει το δικό του. Μικρές ή µεγάλες οµάδες όχι απλώς έχουν τη βεβαιότητα ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια αλλά θεωρούν αυτονόητο ότι πρέπει να την επιβάλουν χωρίς καν να δίνουν εξηγήσεις. 
Επαναλαµβάνονται σταθερά όλα τα «προοδευτικά» στερεότυπα της µεταπολίτευσης: είµαστε εξ ορισµού όλοι εναντίον της κρατικής εξουσίας, αλλά υπέρ του δηµοσίου τοµέα, κατά των ιδιωτικοποιήσεων, κατά της καταστολής, κατά της παγκοσµιοποίησης, φυσικά κατά του ιµπεριαλισµού, των Αµερικανών ή των Γερµανών τελευταία, προφανώς υπέρ των µεταναστών και εναντίον του ρατσισµού, υπέρ του ασύλου, υπέρ των δικαίων αιτηµάτων των αγροτών, των φορτηγατζήδων, των οδηγών λεωφορείων, των υπαλλήλων του ΟΣΕ, των φαρµακοποιών, των δικηγόρων, των συνταξιούχων, των συνδικαλιστών. Γενικά είµαστε υπέρ των αγώνων και κατά του διαλόγου. Αυτή η έλλειψη διαλόγου είναι το µεγάλο έλλειµµα της δηµοκρατίας µας.

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ 29/01/2011 & 31/01/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου