...

...

Δευτέρα, 7 Φεβρουαρίου 2011

Ισχυροί σύμμαχοι, επιχειρήματα και αξιοπιστία

Του ΝΙΚΟΥ XΡΥΣΟΛΩΡΑ

Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ
Οι τρεις βασικές επιδιώξεις της Ελλάδας
σε μια δύσκολη γειτονιά και συγκυρία


 Είναι δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς τα ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια ενός ανθρώπου που έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το Κολέγιο της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, το London School of Economics και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον πατριωτισμό του όμως; Το ερώτημα θα ακουγόταν αστείο έως πρόσφατα. Κι όμως, ίσως για πρώτη φορά μετά τα πέτρινα χρόνια του μετεμφυλιοπολεμικού διχασμού και της δικτατορίας, διαβάζουμε και ακούμε επικρίσεις, όχι τόσο για την επιστημονική τεκμηρίωση των απόψεων που εκφράζουν πολλοί διανοούμενοι και ακαδημαϊκοί στην Ελλάδα, αλλά για το κατά πόσον το περιεχόμενό αυτών των απόψεων είναι «πατριωτικό».
Ο καθηγητής Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ), όπως και πολλοί συνεργάτες του στην πιο φημισμένη «δεξαμενή σκέψης» (think tank) της χώρας μας, έχει βρεθεί συχνά στο στόχαστρο αυτού του νέου τύπου κριτικής. Ξεκίνησα τη συνέντευξή μας, ρωτώντας τον αν θεωρεί ότι βάλλεται ένα συγκεκριμένο ρεύμα σκέψης στην εξωτερική πολιτική. «Δεν υπάρχουν σχολές σκέψης στην ελληνική εξωτερική πολιτική», απάντησε, «παρά μόνο διαφορετικές αναλύσεις, κάτι το οποίο είναι απολύτως θεμιτό και αναμενόμενο». Δεν πείθομαι, οφείλω να πω, αφού ο διάλογος που εκτυλίσσεται τον τελευταίο καιρό μέσω των εφημερίδων και των περιοδικών (τα κανάλια ελάχιστα ασχολούνται με τα εξωτερικά θέματα), δίνει την εικόνα της ύπαρξης δύο αντίπαλων στρατοπέδων, στους κύκλους των δημοσιογράφων, αναλυτών, πολιτικών και πανεπιστημιακών που ασχολούνται με τον χώρο. Επιμένω λοιπόν. «Αν υπάρχουν διαφορές, αυτές εντοπίζονται στο πού τοποθετείσαι στη γραμμή που ξεκινάει από την πλήρη αδιαλλαξία και καταλήγει στη διαλλακτικότητα. Αυτό όμως δεν αποτελεί ρεύμα σκέψης», λέει ο κ. Τσούκαλης, οδηγώντας με στο «ψητό» του γεύματος με την «Κ».
«Εσείς είστε λοιπόν οι ενδοτικοί;», ρωτάω, επαναλαμβάνοντας τις αιτιάσεις των επικριτών του. «Εξαρτάται ποιοι είμαστε οι «εμείς». Εγώ μπορώ να μιλήσω μόνο για τον εαυτό μου. Προσωπικά, λοιπόν, πιστεύω ότι είμαστε μια χώρα μικρού και μεσαίου μεγέθους, που βρίσκεται σε μια δύσκολη γειτονιά και όπου ακόμη υπάρχουν θέματα μεταξύ των γειτόνων, που αφορούν τον καθορισμό των συνόρων. Δεν είμαστε στην Μπενελούξ. Αρα αυτό που έχει να κάνει η Ελλάδα είναι να αναζητεί ισχυρές συμμαχίες, να έχει επιχειρήματα τεκμηριωμένα και να διατηρεί τον μέγιστο βαθμό αξιοπιστίας στη διεθνή σκηνή. Από εκεί και πέρα, αν θέλει η Ελλάδα να κάνει διάλογο με την Τουρκία, πρέπει να αποφασίσει μέχρι πού θέλει να πάει αυτόν τον διάλογο, ποιες είναι οι κόκκινες γραμμές της και αν η Τουρκία τις αγγίξει, τότε πρέπει να διακόψει».
Μήπως, όμως, αυτό σημαίνει ότι ο διάλογος θα έπρεπε να έχει ήδη διακοπεί; «Υπάρχει μια κατηγορία Ελλήνων που έχει μια ενδιαφέρουσα άποψη για τον διάλογο. Πιστεύει δηλαδή ότι δεν διαλέγεσαι με ανθρώπους που δεν συμφωνούν μαζί σου. Αυτό συμβαίνει και στο εσωτερικό της χώρας και στην εξωτερική της πολιτική. Είναι μια αντιμετώπιση της ζωής τύπου οπαδού Παναθηναϊκού/Ολυμπιακού. Υπάρχει μια άλλη κατηγορία που πιστεύει ότι ο διάλογος είναι μια ατέρμων διαδικασία και δεν τελειώνει ποτέ από τη στιγμή που ο άλλος δεν συμφωνεί με τις δικές σου απόψεις. Το βλέπουμε συχνά μεταξύ των συνδικαλιστών. Στο δε ΕΛΙΑΜΕΠ μάς κατηγορούν ότι καλούμε να μας μιλήσουν στις εκδηλώσεις μας ακόμη και γεράκια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Μα, συγγνώμη, ποιους θα καλέσουμε, μόνο αυτούς που συμφωνούν μαζί μας; Εγώ πιστεύω ότι το πρώτο που πρέπει να κάνει κανείς είναι να ακούει τι πιστεύουν οι άλλοι γύρω του. Στη συνέχεια, μπορούμε να δούμε μέχρι πού θα πάει ο διάλογος. Για παράδειγμα, θεωρώ θεμιτό και εύλογο το ερώτημά του αν η Ελλάδα θα συνεχίσει να υποστηρίζει την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., αν η τελευταία συνεχίσει να στέλνει τα αεροπλάνα της να πετάνε πάνω από τα νησιά μας».
Όλα αυτά μού ακούγονται αυτονόητα. Το ερώτημα όμως παραμένει: υπάρχουν σήμερα ενδοτικοί που ασχολούνται με τον τομέα της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδος; «Σε κάθε διάλογο θα πρέπει να μπορείς να διαχωρίσεις ανάμεσα στο επιθυμητό και το εφικτό. Στο Κυπριακό και στο θέμα της ΠΓΔΜ, για παράδειγμα, έχουμε διδαχθεί ότι η καλύτερη λύση ήταν πάντα η προηγούμενη. Οποιος τάσσεται επί της αρχής κατά κάθε διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να εξηγήσει στον κόσμο και τις συνέπειες αυτής της στάσης. Αν αυτή η άποψη με κάνει ενδοτικό, δεν ξέρω».

Δεν υπάρχουν μυστικά κονδύλια στο ΕΛΙΑΜΕΠ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι εφευρέτες του «ελληνόμετρου» απαντώνται τόσο στην άκρα δεξιά όσο και στην άκρα αριστερά. Πώς ερμηνεύεται αυτή η σύγκλιση των δύο πλευρών του ιδεολογικού φάσματος;
Η κυνική απάντηση είναι ότι ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του απατεώνα, όπως έχει πει και ο Σάμουελ Τζόνσον. Η λιγότερο κυνική απάντηση είναι ότι δυστυχώς το Κομουνιστικό Κόμμα έχει εγκαταλείψει τον διεθνισμό της αριστεράς και έχει πάει στο άλλο άκρο. Είναι τρομερό να το ακούς να καταγγέλλει όλους τους γείτονες και να μιλάει για συνωμοσίες στο εσωτερικό της χώρας. Και ανθρώπους που κατηγορήθηκαν και διώχθηκαν στο παρελθόν για δήθεν έλλειψη εθνικού φρονήματος να εξαπολύουν τώρα ανάλογες καταγγελίες.
Πάντως, οι κατηγορίες δεν είναι μόνο ιδεολογικές. Συνδέονται και με τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, τη χρηματοδότησή του και τις διασυνδέσεις του.
Πρώτα απ' όλα πρέπει να θυμηθούμε τι είναι το ΕΛΙΑΜΕΠ. Αν κρίνουμε από την αναγνωρισιμότητά του στο εσωτερικό και την παρουσία του στο εξωτερικό, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είμαστε το μεγαλύτερο ελληνικό thnik tank. Για να το θέσω με ποδοσφαιρικούς όρους, παίζουμε στην πρώτη κατηγορία της Ευρώπης. Μας κατηγορούν ότι ζούμε από έναν πακτωλό δημοσίου χρήματος. Η απάντησή μου είναι ότι όποιος θέλει μπορεί να κοιτάξει τους ισολογισμούς μας στο Διαδίκτυο, που ελέγχονται κάθε χρόνο από ορκωτούς λογιστές. Στις καλές εποχές, η κρατική χρηματοδότηση, από το υπουργείο Εξωτερικών, δεν ξεπέρασε ποτέ το 25% του προϋπολογισμού μας, δηλαδή ένα ποσό της τάξης των 200.000-300.000 ευρώ. Το 2010 δεν πήραμε ευρώ. Τα υπόλοιπα χρήματα, προέρχονται κυρίως από ευρωπαϊκά κονδύλια και από δωρεές του ιδιωτικού τομέα και κοινωφελών ιδρυμάτων. Μας ανατίθενται ερευνητικά προγράμματα ύστερα από εξαιρετικά ανταγωνιστικούς πανευρωπαϊκούς διαγωνισμούς. Επιπλέον, θα πρέπει να προσθέσω ότι ούτε εγώ ούτε κανένα μέλος του Δ.Σ. πληρώνεται. Οι μόνοι που πληρώνονται είναι οι ερευνητές μας και οι διοικητικοί υπάλληλοι.
Και τα μυστικά κονδύλια;
Δεν υπάρχουν μυστικά κονδύλια. Αν μου λέτε ότι παίρνω χρήματα υπογείως, το μόνο που μπορώ να απαντήσω είναι ότι είστε ένας άθλιος συκοφάντης, αλλά δεν μπορώ να το αποδείξω, όπως δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν είμαι ξάδερφος των Νεφελίμ. Να προσθέσω, τέλος, ότι το ΕΛΙΑΜΕΠ δεν έχει ενιαία άποψη. Οι έρευνές μας και οι εκδηλώσεις μας αφορούν τη δημόσια πολιτική (αφήνουμε την υψηλή θεωρία σε άλλους), αλλά δεν επηρεάζουμε άμεσα την άσκηση πολιτικής, παρά μόνο μέσω της γνώμης των ερευνητών μας.

Αν η Ελλάδα δεν προσέξει, κινδυνεύει να επιστρέψει στα Βαλκάνια

Αν και η διάκριση μεταξύ εθνικοφρόνων και μη είχε εκλείψει τις τελευταίες δεκαετίες, η συνωμοσιολογία ποτέ δεν έπαψε να ευδοκιμεί στη χώρα μας. «Το φαινόμενο έχει ιστορικές βάσεις», εξηγεί ο κ. Τσούκαλης και προσθέτει: «Ως μέρος, άλλοτε, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Βαλκανίων, η Ελλάδα υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα αντικείμενο και όχι υποκείμενο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αλλοι αποφασίζαν γι' αυτήν. Ετσι λοιπόν, η συνωμοσία έχει κάποια ιστορική βάση. Από τότε έχουν αλλάξει τα πράγματα, βεβαίως». Το παρελθόν ενδεχομένως να εξηγεί και ειδικότερα την άνθηση της συνωμοσιολογίας στην εξωτερική πολιτική: «Κατάλοιπο της αλυτρωτικής περιόδου είναι ότι ακόμη και σήμερα πολλοί δεν μιλάνε για εθνικά θέματα, ή για εθνικά συμφέροντα, όπως στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά για εθνικά δίκαια. Το δίκαιο είναι εξ ορισμού κάτι το απόλυτο. Σημαίνει αυτομάτως ότι ο άλλος έχει άδικο και άρα δεν μπορείς να διαπραγματευτείς. Επιπλέον, όποιος δεν ταυτίζεται μαζί σου, μπορεί να είναι και προδότης».
Φυσικά, η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική περίπτωση χώρας, όπου βρίσκει πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί η συνωμοσιολογία. Ο κ. Τσούκαλης εντοπίζει αναλογίες και με τις ΗΠΑ και ειδικότερα με τον απόλυτο και καταγγελτικό λόγο των «πάρτι του τσαγιού». Οι εκπρόσωποι του συγκεκριμένου κινήματος, άλλωστε, κατηγορούν τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα για προδότη, μιλάνε συνεχώς για συνωμοσίες και για υπονόμευση της χώρας εκ των έσω και εκ των έξω. Ωστόσο, στην Αμερική πάνε ένα βήμα παραπέρα: «ζητούν τη χρήση βίας εναντίον των προδοτών. Διότι όταν απλώς διαφωνείς με τον άλλο, δεν δικαιολογείται η βία. Οταν όμως κατατάσσεις τον αντίπαλό σου στους πουλημένους προδότες, τότε επιτρέπονται όλα».
Μάλιστα, ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ δεν κρύβει τον φόβο του ότι ανάλογα φαινόμενα ενδεχομένως να έχουμε και στην Ελλάδα, μια κοινωνία με παράδοση επιθετικότητας και ανομίας. Με άλλα λόγια, οι νέοι εθνικόφρονες δεν αποκλείεται να αποτελέσουν τον πυρήνα των ελληνικών «πάρτι τσαγιού».
Ευλόγως, βέβαια, γεννάται το ερώτημα για ποιον λόγο δεν υποχώρησε η κουλτούρα της συνωμοσιολογίας με τον εξευρωπαϊσμό της χώρας, την ένταξή της στο ενιαίο νόμισμα και τις επιτυχίες της στην εξωτερική και εσωτερική πολιτική (ένταξη Κύπρου στην Ε.Ε., διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων, κ.λπ.). «Πρόκειται για μια μεγάλη αποτυχία», υπογραμμίζει ο καλεσμένος της «Κ»: «Νομίζαμε ότι με την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της χώρας, η εποχή της μιζέριας και της συνωμοσίας είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Δυστυχώς, όμως, πήγαμε πίσω με την κρίση και αν δεν προσέξουμε, μπορεί να επιστρέψουμε στα Βαλκάνια. Αυτό που φοβάμαι δηλαδή δεν είναι η μείωση του βιοτικού μας επιπέδου, η οποία άλλωστε θα είναι βραχυπρόθεσμη, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο. Φοβάμαι ότι θα ξαναγίνουμε μια χώρα που θα είναι κλεισμένη στο καβούκι της και θα βλέπει παντού εχθρούς, διότι θα της λείπει η αυτοπεποίθηση».
Από τα λόγια του, φαίνεται, με μια πρώτη ανάγνωση, να εξιδανικεύει την προ κρίσης εποχή και τα επιτεύγματα που σημειώθηκαν μέχρι και τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η ρομαντική αναπόληση του παρελθόντος είναι άλλωστε συχνή για όλους μας σε περιόδους κρίσης. Εν τούτοις, ο έμπειρος καθηγητής υπενθυμίζει ότι δεν ήταν όλα ανθηρά πριν φτάσουμε εδώ που φτάσαμε: «Η περίπτωση της διαμάχης με την ακατανόμαστη (την ΠΓΔΜ) ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έλλειψης αυτοπεποίθησης. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χώρα μας ένιωσε ότι απειλείται από ένα κράτος μικρό, φτωχό και αδύναμο. Παρότι ήταν ο ισχυρός στη διαμάχη, δεν κατάφερε να τη διαχειριστεί. Οι συμβιβαστικές λύσεις που είχαν προταθεί το 1993 ξεπερνούν σήμερα και τις πλέον φιλόδοξες προσδοκίες που έχουμε και πρέπει να αναλογιστούμε πού έγιναν λάθη. Ωστόσο, η περίπτωση του Μακεδονικού ήταν η εξαίρεση. Η Ελλάδα είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται σε γενικές γραμμές σαν μια προηγμένη ευρωπαϊκή χώρα».
Σήμερα όμως, με την απαξίωση της πολιτικής, τίθεται πλέον σε κίνδυνο και η Δημοκρατία μας: «Ακούμε ανθρώπους κατά τεκμήριο έγκυρους, όπως ο Βασίλειος Μαρκεζίνης, να μιλάνε για προδότες μέσα στο υπουργείο Εξωτερικών, οι οποίοι ξεπουλάνε εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Βγαίνει ο Μίκης Θεοδωράκης και συγκαλεί κίνημα ανυπακοής σε μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, οι δημοκρατικές λύσεις απαξιώνονται. Σας θυμίζω την περίπτωση μιας γειτονικής μας χώρας, της Ιταλίας, όπου ο Μπερλουσκόνι αναδείχθηκε μέσα από τη συνολική κατάρρευση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Στην Ελλάδα, χρειαζόμαστε ριζική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, αρκεί να γίνει αυτό με δημοκρατικές διαδικασίες».
Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο; «Χρειάζεται ενημέρωση της κοινής γνώμης, κυρίως σε θέματα που έχουν να κάνουν με τις διαπραγματεύσεις της Ελλάδος με την Τουρκία. Δεν μπορεί να υπάρχει χάσμα πληροφόρησης ανάμεσα στους επαγγελματίες της εξωτερικής πολιτικής και το κοινό, ούτε να αφήνουμε την κραυγάζουσα μειοψηφία των συνωμοσιολογιών να καθορίζει τον δημόσιο διάλογο. Δεν είναι δυνατόν να έχουμε τόσα ταμπού, να μη λέμε καν στον κόσμο ποια είναι τα θέματα στην ατζέντα».

Oι σταθμοί του

1950
Γεννιέται στην Αθήνα
1968 
Τελειώνει το Λεόντειο Λύκειο και φεύγει για σπουδές στην Αγγλία.
1975 
Ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή στην Οξφόρδη, με θέμα την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση.
1990
Επειτα από πολλά χρόνια διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σε άλλα μεγάλα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, επιστρέφει στην Ελλάδα ως καθηγητής Ευρωπαϊκής Οργάνωσης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
1991
Το βιβλίο του «The New European Economy» συγκαταλέγεται ανάμεσα στα βασικά εγχειρίδια διεθνώς για την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
1996 
Παντρεύεται τη Μαρία Λογοθέτη και αποκτούν δύο παιδιά, τον Χρήστο και τον Πάνο.
1997
Εκλέγεται καθηγητής στο London School of Economics, πρώτος κάτοχος της έδρας «Ελευθέριος Βενιζέλος».
2001
Αναλαμβάνει πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.
2003
Το βιβλίο του «What Kind of Europe?» γίνεται δεκτό με εξαιρετικές κριτικές και μεταφράζεται σε διάφορες γλώσσες (ελλ. έκδοση Ποια Ευρώπη;).
2004
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας τού απονέμει το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.
2005
Ειδικός σύμβουλος του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23/01/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου